ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
15 October, 2019
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ“Η Συγκάλυψη»: Ένα νουάρ μυθιστόρημα η μια ανατομία της σύγχρονης Δύσης;  Mέρος Β!

“Η Συγκάλυψη»: Ένα νουάρ μυθιστόρημα η μια ανατομία της σύγχρονης Δύσης;  Mέρος Β!

Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος της κριτικής στο πολυσυζητημένο βιβλίο του Γιώργου Σταφυλά «Η Συγκάλυψη»: Υπόθεση Αλίκης Γιαννακοπούλου»  (για το πρώτο μέρος εδώ)

του Μπάμπη Α. Παπαχαραλάμπους, σκηνοθέτη-σεναριογράφου

Το βιβλίο είναι ξεκάθαρο: η σημερινή Δύση απολαμβάνει αμαχητί τον ακρωτηριασμό της βυθιζόμενη στον ίλιγγο της λήθης. Όταν καίγεται η Παναγία των Παρισίων δεν νιώθει ότι αποχωρίζεται οριστικά την αγκαλιά της μάνας της αλλά απλώς αιφνιδιάζεται φευγαλέα από την ποσοτική αφαίρεση ενός μνημείου. Δεν πειράζει, τι έγινε, θα χτίσουμε άλλο καλύτερο, τι στο διάολο την έχουμε την τεχνολογία! Δεν μπορεί ο δυτικός σήμερα να νιώσει την χαρά και την απόλαυση που ένιωθαν τότε όλοι αυτοί που έχτιζαν τον καλαίσθητο αυτόν ναό. Έχει κοπεί ο ομφάλιος λώρος του με τα σημεία αναφοράς του και γι’ αυτό δεν μπορεί να κάνει απογραφή και σύγκριση. Έχει απωλέσει πια το θείο χάρισμα να θυμώνει και να εξοργίζεται. Έχει αποκοπεί από κάθε ουμανιστική υπόσταση που την στόλιζε με την συνέχεια της γλώσσας και την ιστορική συνείδηση. Το παρόν μετράει, όσα αρπάξει ο κώλος μας. Το παρελθόν και το μέλλον απαιτούν όνειρο και λογισμό, πράγματα χρονοβόρα και αντικαυλωτικά για την Δύση. Γι’ αυτό και καίει τις εκκλησίες κι όχι τους παππάδες.

Αυτή η παράδοση στο παντοδύναμο παρόν είναι που κατακρεουργεί τους ήρωες του μυθιστορήματος που συζητάμε. Μαγνητισμένοι από την ηδονή του απόλυτου βιώματος καίγονται μέσα στο παρόν όπως η πεταλούδα στη φλόγα. Μέχρι της υπέρτατης ηδονής που είναι το ανόητο αυτοκτονικό ολοκαύτωμα. Τον θάνατο ικετεύουν σαν λύτρωση τα ξεζουμισμένα ανθρωπάκια της Δύσης. Νομίζοντας, τα βόδια, ότι κάνουν και ηρωική έξοδο. Γι’ αυτό και ξεσπούν σε τυφλή βία. Εναντίον όλων χωρίς διάκριση. Γι’ αυτό ίσως και οι σημερινοί μετανάστες της Ανατολής και της Αφρικής ξεσπάνε με τόση βία στους δυτικούς. Γιατί παρότι έρχονται από βαρβαρικές κοινωνίες έχουν ακόμη κάποια χωμάτινη αίσθηση των ιερών αξιών και της συλλογικότητας. Και βλέποντας τον δικό μας έρωτα προς τη διαφθορά, την ύβριν απέναντι στο πανάρχαιο Πρόσωπό μας, μας φτύνουν πατόκορφα, «να χαθείτε παλιομούλαρα, έχετε τέτοια φύση, τέτοια ιστορία, τόσα μέσα και σεις βάλατε αμανάτι να σκοτώνετε την «μάνα» και τον «πατέρα» σας, καμιά λύπηση λοιπόν, δεν αξίζει να ζείτε εσείς χαβαλεδίστικα και εμείς να υποφέρουμε, καθάρισμα για να ξεβρομίσει ο τόπος!». Κι ίσως αυτή η συνιστώσα του μίσους να αποτελεί και θείο «δώρο», μπας και συνειδητοποιήσουμε τι λησμονάμε και τι μας περιμένει.

Κι ίσως αυτό να ένιωσε και ο συγγραφέας και γι’ αυτό σκύβει με τόση συμπάθεια προς τη φωνή των σημερινών μεταναστών. Δεν έχουμε ξαναδεί τα τελευταία χρόνια τέτοιο ειλικρινές και ανιδιοτελές ενδιαφέρον αλλά και κυρίως εύστοχη αποτίμηση των ανθρώπων αυτών. Ο συγγραφέας δεν μιξοκλαίγεται για την «μοίρα» τους αλλά τους κατανοεί σαν ανθρώπους κατ’ ομοίωση του θεού, όπου δικαιούνται ελευθερία και δικαίωμα επιλογής της ζωής τους. Σε αντίθεση με τα προοδευτικά καθάρματα των Αθηνών που αφού ξεκοκάλισαν τα «αναπτυξιακά» πακέτα της ΕΕ κι όταν αυτά στέρεψαν πια, μετέφεραν τα χλιδάτα γραφεία τους προς ανατολάς και σε συνεργασία με τα αντίστοιχα παλιοτόμαρα της Ευρώπης μετέτρεψαν το Αιγαίο σε χωματερή αναξιοπαθούντων ανθρώπων.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι στην ιστορία που αφηγείται το βιβλίο, και η οποία είναι ολοκάθαρα όχι μόνο πραγματική αλλά και «αληθινή», τα τέκνα της Δύσης προτιμάνε τον «δήμιο», τον καθ’ υμάς «ψυχίατρο», παρά να μετανοήσουν! Αλλά για να αναζητήσουν την λυτρωτική μετάνοια και τον σταυρό της αυτογνωσίας που προηγείται, πρέπει να έχουν μπροστά τους πρότυπα. Κι αυτά που να τα βρουν; Στο σπίτι, στο σχολείο, στη πλατεία ή στην εκκλησία; Γι’ αυτό και η επίκληση στον «άγνωστο θεό» με την άσπρη μπλούζα.

Κεντρικό επίσης θέμα του βιβλίου, κάτι που ίσως για πρώτη φορά γίνεται στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, είναι το ξεφλούδισμα των παλιών φρούτων που λανσάρονται με ξαναζεσταμένη πέτσα: τα καλόπαιδα της αριστεράς. Το έσχατο αποκούμπι του συστήματος! Όπου για λίγο τα γαργαλάει ο συγγραφέας κι αυτά ξερνάνε με την πρώτη από μέσα τους τα στερεότυπα του καπιταλισμού που έχουν καταβροχθίσει αμάσητα. Τώρα που κατάλαβαν πόσο εύκολο είναι να πάρουν την εξουσία και να τρυγήσουν τους μέχρι τώρα απαγορευμένους καρπούς, τι πιο «νόμιμο» να πάρουν την θέση των παραιτημένων μπουρζουάδων. Ζήτω η μπουρζουαζία, λοιπόν, και η διακριτική της γοητεία. Και τα ολόλευκα σκάφη της, που αντανακλούν μισοπέλαγα συσωρευτικά τις ακτίνες του ηλίου και γρηγορεύουν το μαύρισμα.

ουί Μπουνιουέλ, “Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας”, 1972. Οι αστοί, όλων των αποχρώσεων, μαύρων, κόκκινων και γιαλαντζί, γι’ αυτό δεν νιώθουν ικανοποίηση ποτέ: διότι δεν καταφέρνουν να δοκιμάσουν την «τροφή» της ζωής.

Είναι καταπληκτικό στο βιβλίο πόσο εύκολα τα αριστερόστροφα μαλάκια αντικαθιστούν τους αστούς και με τι δίψα υιοθετούν τα βίτσια τους. Εξουσία και σεξ. Και βέβαια απολαμβάνουν την μόνη δουλειά που ξέρουν: το να μην δουλεύουν. Και γιατί να δουλέψουν άλλωστε αφού οι αμνοί (λαός) και οι αστοί τους προσφέρουν εξουσία και φόρους μαζί την κεφαλή επί πίνακι; Διάολε, να πάνε κόντρα στο λαό; Ή στους γονείς τους τούς κλέφτες; Χλίδα κι όποιον πάρει ο χάρος. Που και πάλι παίρνει τους ανήμπορους και τους αδικημένους. Τύφλα νάχουν οι επάρατοι δεξιοί, δηλαδή. Ζήτω ο Λικβινταρισμός, ανώτατο στάδιο του υπαρκτού κομμουνισμού!

Μάρκο Φερέρι, “Το μεγάλο φαγοπότι”, 1973. Από τότε οι αστοί και μεσοαστοί, έδωσαν τα φώτα στους αριστερούς: αξίζει ότι μπαίνει και βγαίνει από τις …τρύπες!

Μέγιστη αρετή του βιβλίου είναι οι αναπαραστάσεις των ερωτικών περιπτύξεων. Ρεαλιστικότατες απεικονίσεις των συμβάντων αλλά χωρίς καμία παραχώρηση στην πορνογραφία. Όπως και στον Φίλιπ Ροθ, οι λεπτομερείς περιγραφές δεν αποσκοπούν να ερεθίσουν το υπογάστριο αλλά να αποκαλύψουν την αλήθεια των προσώπων. Διότι στο σεξ, τελείως «γυμνός» και απροστάτευτος από κάθε κοινωνικό και μεταμφιεστικό ένδυμα, αποδεικνύεις αυτό ακριβώς που είσαι. Οπότε είναι φυσικό η έλξη των ξεσάλωτων αστών και των διψασμένων λαθρομεταναστών να πασαλείβει την ηδονή με ζεστό αίμα. Είχε δίκιο ο Μαρκήσιος ντε Σαντ που προειδοποιούσε μπουρζουάδες και δούλους ότι η παράδοση στα απελευθερωμένα ένστικτα θα τους οδηγήσει σαν σφάγια να εκλιπαρούν για λύτρωση τον κανιβαλισμό.

Απολαυστικό είναι επίσης το χιούμορ με το οποίο διανθίζει την αφήγηση ο συγγραφέας. Δεν λέει αστεία ούτε κάνει καλαμπούρια αλλά με την υγρασία ενός γλυκόπικρου χιούμορ διαποτίζει αποκαλυπτικά ανθρώπους και καταστάσεις. Με φινετσάτο χιούμορ, χάρισμα κληρονομημένο κατευθείαν από τον μέγιστο Ρέιμοντ Τσάντλερ, προκαλεί ένα σοκ που απελευθερώνει κρυφά νοήματα και αληθινές όψεις των πραγμάτων. Το χιούμορ αφοπλίζει την υποκρισία και μαστιγώνει τον καθωσπρεπισμό.

    Το βιβλίο φυσικά δεν ανήκει στα λεγόμενα αστυνομικά. Κοινωνικό μυθιστόρημα είναι το λογοτεχνικό είδος του διότι πολύ σωστά εδώ ο συγγραφέας δεν νοιάζεται να αποκαλύψει δολοφόνους αλλά καίγεται να αποδώσει δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και ο αστυνόμος εμφανίζεται από την μέση της υπόθεσης. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας υιοθετεί την πολυπρόσωπη αφήγηση για να φωτίσει τα πράγματα από την σκοπιά του καθενός. Αν υπήρχε μόνο το υποκειμενικό βλέμμα του αστυνομικού, δεν θα βλέπαμε αυτά που μας δείχνει τώρα ο συγγραφέας ελεύθερα. Για παράδειγμα γνωρίσαμε τις αντιφάσεις των μεταναστών όπως δεν τόλμησε κανένας να μας τις δείξει. Χαρακτηριστική είναι η στιγμή που λίγο πριν κλείσει αιμόφυρτος τα μάτια του ο μετανάστης–φονιάς, ο νους του ανατρέχει σε ευτυχισμένες στιγμές στα λιβάδια της πατρίδας του. Σκότωσε και σκοτώθηκε για ένα πουκάμισο αδειανό, λοιπόν. (Αίσιο δάνειο από τον Όμηρο, έτσι «φεύγουν» οι ήρωες στην “Ιλιάδα”).

    Λαμπρός είναι αυτός που ακτινοβολεί γύρω του φως, που φωταγωγεί οτιδήποτε με το οποίο έρχεται σε επαφή. Οπότε, τι πιο καλύτερο όνομα για έναν αστυνομικό. Πετυχημένη μεταφορά εδώ η ονομασία του ερευνητή αστυνόμου ως Λάμπρου. Που όντως ρίχνει φως στην υπόθεση αφού όμως, τηρώντας τα διδάγματα της παλιάς σχολής του μεγάλου αστυνομικού μυθιστορήματος, αποδίδει δικαιοσύνη όταν η διαλεύκανση και ή έκβαση της υπόθεσης γίνεται προσωπικό του στοίχημα. Όταν έχει πια προσωπικούς λόγους να ριψοκινδυνεύσει για να ρίξει φως στα μαύρα σκοτάδια της σαπίλας. Όταν το προσωπικό του ήθος υπερβαίνει τις αγκυλώσεις της υπηρεσίας του και μέσα από μια λεβέντικη ξεροκεφαλιά γουστάρει να μας «σώσει». Ρομαντικός γιατί λατρεύει να αποκαλύπτει τις ομορφιές της ζωής και σκληρός και ανελέητος στα αμετανόητα καθάρματα και τα κρυουλιάρικα ανθρωπάκια. Κι αθεράπευτα μοναχικός για να προστατεύει το γούστο του και τον ερωτισμό του από τα παχύδερμα.

Χάουαρντ Χωκς “Ο μεγάλος ύπνος”, 1946. Σε σενάριο του άρχοντα Ρέιμοντ Τσάντλερ, του οποίου ο συγγραφέας της “Συγκάληψης” αποτελεί κατευθείαν απόγονος

    Στο επόμενο βιβλίο, λοιπόν, αφού πια έχει παραιτηθεί πανηγυρικά, από την διεφθαρμένη υπηρεσία του και τη μανιέρα του επαγγελματισμού και θα βρίσκεται απόλυτα εναρμονισμένος με τις προσωπικές αρετές του και με τα χέρια λυμένα επιτέλους, θα δώσει την ευκαιρία στο συγγραφέα να γράψει ένα ατόφιο αστυνομικό μυθιστόρημα. Και οι δύο μαζί να μας υπενθυμίσουν για μια ακόμη φορά πόσο φρικαλέο είναι το μηδέν της ζωής μας και να μας δωρίσουν μία ακόμη αποκάλυψη σαν κι αυτή που μας διακονεί η τωρινή “ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ” : δεν είμαστε ούτε πρόσφυγες ούτε μετανάστες αλλά κυνηγημένοι, ταπεινωμένοι και δυστυχείς, αφού μας εκδιώκει ο ίδιος μας ο εαυτός, από την στιγμή που διαλέγουμε να «ΣΥΓΚΑΛΥΠΤΟΥΜΕ» την ανθρώπινη και θεϊκή μας κληρονομία: την αγάπη.  __

Μοιραστείτε