ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
22 October, 2019
ΚεντρικήΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣH Eιρήνη Κετικιδη μιλάει για τον Steve Vai, την συνεργασία με την Καμεράτα και το καινούργιο της άλμπουμ

H Eιρήνη Κετικιδη μιλάει για τον Steve Vai, την συνεργασία με την Καμεράτα και το καινούργιο της άλμπουμ

Η Ειρήνη Κετικίδη είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση για το ελληνικό ροκ. Ενώ είχε τελειώσει τις μουσικές σπουδές της στην Αγγλία, επιλέχτηκε ανάμεσα σε χιλιάδες κιθαρίστες για να παίξει μπροστά στον Steve Vai την σύνθεση της Rambler. Το  βίντεο έγινε viral και η Ειρήνη βρέθηκε να είναι μία από τις πιο πολυάσχολες session μουσικούς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επέστρεψε στην Ελλάδα και κυκλοφόρησε ένα λαμπρό εκπληκτικό shredding ντεμπούτο, το Martial Arts and Magic Tricks που έχαιρε της εκτίμησης μουσικών, όπως ο Greg Howe. Όμως το δεύτερο άλμπουμ της A Sky for All φλέρτάρει με το «προγκρέσιβ ροκ» και ακούγεται πιο εσωτερικό. Με αφορμή μια συναυλία με την Καμεράτα που συζητήθηκε και την παρουσίαση του δίσκου στις 31 Ιανουαρίου στο six d.o.g.s συναντήσαμε τον θηλυκό Joe Satriani για μια συνέντευξη εφ ‘όλης της ύλης

Συνέντευξη στον Γεώργιο Πισσαλίδη

Φωτογραφίες συνέντευξης: Σίμων Πορίχης

Ειρήνη, πριν από λίγο καιρό είχες συνεργαστεί με την Καμεράτα στο «Κονσέρτο για γκρουπ και ορχήστρα των Deep Purple και τη Sarabande του Jon Lord.  Πες μας την εμπειρία σου από τη συναυλία.

Αρκεί να πω ότι αυτή ήταν η καλύτερη συναυλία που έχω παίξει ποτέ για πάρα πολλούς λόγους.  Καταρχάς είναι μεγάλη τιμή για εμένα να συνεργαστώ με την Καμεράτα, δεν ήταν κάτι που περίμενα, επειδή, λόγω και του rock παιξίματος σπανίζουν τέτοιες ευκαιρίες, οπότε, όταν με πήρε ο Γιώργος Πέτρου να μου προτείνει αυτή τη συνεργασία, είχα ενθουσιαστεί.

Σε ήξερε από πριν, πώς έγινε;

Όχι δεν με ήξερε από πριν, έψαχνε κάποιον παίκτη για το συγκεκριμένο στυλ και είχε δει κάποια video στο YouTube που είχα κάνει εγώ, που είχα κάποια δική μου μουσική, γενικώς το παίξιμό μου και του άρεσε πολύ ήχος από ό,τι μου είχε πει –εντάξει, είχα χαρεί κι εγώ πάρα πολύ με αυτό– και μου πρότεινε αυτή τη συνεργασία.  Του λέω, βεβαίως, εννοείται, Deep Purple, Jon Lord, προφανώς είναι από τα πρώτα πράγματα που είχα ακούσει και είχα παίξει.

Καταρχάς, για να είμαι ειλικρινής, εγώ δεν ήξερα ότι ο John Lord είχε γράψει συμφωνικό.  Ήξερα ότι είναι μεγάλος μουσικός, τον είχα δει σε πολλές συναυλίες και με τους Deep Purple όταν είχαν έρθει Αθήνα, προφανώς κάνει stand out στους Deep Purple για εμένα, καλά, και ο Steve Morse που είναι από τους αγαπημένους μου κιθαρίστες.  Αλλά όταν έμαθα ότι έχει το κονσέρτο και το άκουσα, είπα, εντάξει, ιδιοφυές, ήταν από τα πιο ωραία πράγματα που θα μπορούσαν να μου προτείνουν.

Οι πρόβες ήταν απαιτητικές, γιατί το είδος αυτό, λόγω και των κλασικών οργάνων που έχει, έχει πολύ διαφορετικό τρόπο στο μέτρημα.  Δηλαδή ήταν η πρώτη φορά που με έβαζε ο μαέστρος, γιατί συνήθως όταν παίζεις με μπάντα, όπως γίνεται στην περίπτωση τη δική μου, έχεις συνηθίσει να ακούς τον ντράμερ.  Οπότε έμαθα πάρα πολλά πράγματα από τις πρόβες, για τον τρόπο που μετράς με την ορχήστρα, συχνοτικά πράγματα, ηχητικά, πώς θα δέσει η κιθάρα, πού θα πρέπει να βγω μπροστά και πού όχι.  Θα έλεγα ότι ήταν συνοπτικά, δηλαδή δεν κάναμε και τόσες πολλές πρόβες, ήταν πέντε πρόβες με τη μπάντα και άλλες τρεις ή τέσσερις με την ορχήστρα μαζί. Ήταν δύο έργα βέβαια, δεν ήταν μόνο το κονσέρτο, ήταν και η Sarabande, το οποίο θεωρώ ότι ήταν πιο εύκολο στον ακροατή, ήταν καλή επιλογή για εμένα, είχε πιο band στοιχεία ενώ το άλλο ήταν πιο intellectual κατά τη γνώμη μου.

Εννοείς το Concerto for Group & Orchestra;

Ναι, αλλά και πιο σολιστικό, δηλαδή είχα πολύ περισσότερα σημεία σόλο εκεί.  Μάλιστα στο ένα που ο Γιώργος μου λέει, δεν χρειάζεται να ακολουθήσεις καθόλου αυτό που έχει γίνει στο live ή του Blackmore, θα βάλεις τον δικό σου ήχο και λέω, «ωραία, εδώ είμαστε».

Αυτό σου έλυσε τα χέρια;

Ναι, γιατί κι εγώ ήθελα πάρα πολύ να γράψω κάτι δικό μου.  Εντάξει, οι επιρροές μου είναι κι άλλες, δηλαδή όταν ξεκίνησα να παίζω κιθάρα, βασική μου επιρροή ήταν ο Joe Satriani και ο Eddie Van Halen, και πιστεύω ότι σίγουρα ακούστηκαν στο σόλο μου αυτό.  Όπως θα είδες κι εσύ, πέρασε πολύ καλά το κοινό και εμείς περάσαμε πάρα πολύ ωραία. Είχα ένα φοβερό άγχος όταν ανέβηκα στη σκηνή, το οποίο ευτυχώς είναι το λεγόμενο δημιουργικό άγχος, αυτό που σε έχει σε εγρήγορση και θεωρώ ότι έπαιξα πάρα πολύ καλά και πέρασα πάρα πολύ ωραία.  Ο Γιώργος είναι μία μουσική διάνοια, ήταν πολύ εμπνευστικό να δουλεύει κανείς μαζί του και ελπίζω πραγματικά να κανονίσουμε να κάνουμε και κάτι άλλο σε τέτοια μορφή.

Συμφωνικό;

Που να συνδυάζει και το rock και την ορχήστρα.

Πώς σου φαίνεται αυτό το πάντρεμα;

Πάρα πολύ ωραίο.  Καταρχάς μου έκανε τεράστια εντύπωση το πόσο πολύ το ευχαριστήθηκε και η ορχήστρα η ίδια, δηλαδή έλεγαν, παιδιά, να ξαναέρθετε, μακάρι να ξανακάνουμε κάτι τέτοιο κ.λπ.  Μου άρεσε πάρα πολύ ο ήχος των βιολιών που τα είχα και δίπλα μου, ήταν εκπληκτικά, αλλά και το ξυλόφωνο και η μαρίμπα. Ήταν η πρώτη φορά που τα άκουγα αυτά σε live περιβάλλον άκουγα τα όργανα.  Ήταν πολύ ενδιαφέρον, όπως σου είπα και πριν αυτό με τα μετρήματα, είναι πολύ διαφορετικός ο τρόπος που κυλά ο ρυθμός, πολύ πιο οργανικός βέβαια, το οποίο νιώθω ότι κι εμένα με βοήθησε πάρα πολύ.

Για να πάμε πίσω, μια και είπες για ακούσματα, τι ακούσματα είχες πριν πάρεις κιθάρα;

Πριν πάρω κιθάρα ήμουν περίπου 14-15 ετών και ήταν η εποχή που το MTV ήταν πάρα πολύ διαδεδομένο.  

Τι περίοδο μιλάμε τώρα;

Όταν ήμουν εγώ 14 ετών ήταν το 1997, οπότε είχε όλες τις μπάντες, είχε Nirvana, είχε Foo Fighters, είχε Skunk Anansie, είχε Red Hot Chili Peppers.  Ήταν η εποχή που οι μπάντες ανθούσαν γενικότερα και είχαν έντονη παρουσία στα charts. Υπήρχε και το pop, αλλά άκουγα πιο πολύ rock, πιο mainstream rock αν θέλεις.

Μετά, μόλις άρχισα να παίζω κιθάρα και είχα μπει τότε στη φάση του metal πιο πολύ, με τους Iron Meiden, Metallica, Scorpions, White Snake, Deep Purple, Led Zeppelin, τα πρώτα DVD που κυκλοφορούσαν τότε ήταν μαγεία. Πιο μετά, μου άρεσε πάντα, η δεξιοτεχνία μου κέντριζε πολύ το ενδιαφέρον, οπότε άρχισα να γέρνω προς ονόματα όπως o Satriani, ο Vai, o Malmsteen , όχι τόσο πολύ αλλά και από εκεί, ο Eddie Van Halen από τους πρώτους, αλλά πάντα αγαπούσα Jimi Hendrix, Eric Clapton πάρα πολύ με τους Cream, Stevie Ray Vaughan.

Αν σου έλεγαν από τους κιθαρίστες που έχουν φύγει, να διαλέξεις κάποιον να δείς επί σκηνής, ποιος θα ήταν αυτός ;

Jimi Hendrix, με διαφορά. Και μόνο που βλέπω ντοκιμαντέρ και τον τρόπο που παίζει, είναι καθηλωτικό, Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλος σαν αυτόν. Ο πειραματισμός του με τον ήχο και με τα εφέ, πολύ οργανικός παίκτης, πολύ συντονισμένος με τη μουσική, δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί παίκτες σαν αυτόν.

Νομίζω ότι ήταν και σχολή από μόνος του.

Δεν το συζητάμε, ήταν επανάσταση.  Ο Jimi Hendrix, ο Eric Clapton και ο Jeff Beck είναι φοβεροί παίκτες.  Όσο περνούσαν τα χρόνια άρχισα να τους εκτιμώ πιο πολύ, γιατί στην αρχή είχα περάσει τη φάση του hard rock, του metal, του shred, το γνωστό κιθαριστικό ακραίο παίξιμο.  Πάντα όμως είχα στο νου μου τη μελωδία, γι’ αυτό σου είπα όχι τόσο σκληροί παίκτες. Δηλαδή ο Satriani, παρότι είναι μεγάλος δεξιοτέχνης, είχε πάντοτε ένα γλυκό ήχο, πάντα με ενδιέφερε ο ήχος.  Ο Steve Morse που σου είπα πριν, ο Andy Timmons, παίκτες που παρότι τεχνικά είναι αρτιότατοι και δεν το κρύβουν στις συνθέσεις τους, έχουν πάντα ένα φοβερό ήχο, πηγαίο, που μιλά η κιθάρα, και τη μελωδία σε πολύ έντονο βαθμό.  Αυτό μου άρεσε πάντα, όταν γράφω κι εγώ μουσική δική μου, που δεν έχει στίχους, αντικαθίστανται οι στίχοι με μελωδίες.

Τι σε εμπνέει να γράψεις ένα τραγούδι;  Όταν ακούς ένα τραγούδι, λες, αυτό με ενέπνευσε, είδα κάτι και θέλω να γράψω στίχους και μετά να γράψω τη μουσική για αυτούς τους στίχους.  Εσένα που είναι instrumental ο δίσκος και έχεις μόνο τον ήχο σου και την κιθάρα σου, τι σε ενέπνευσε για να γράψεις το A Church For All;

Το A Church For All έχει μία ιδιαίτερη ιστορία από πίσω, την οποία δεν θέλω να την πω. Θα μπορούσα, αλλά επειδή θα βγει το video clip πολύ σύντομα γι’ αυτό το κομμάτι, και είναι σαν ταινία μικρού μήκους το video clip –είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι τέτοιο– θέλω να δει ο άλλος τι θα καταλάβει από την ιστορία, δεν θα ήθελα να πω τι σκέφτηκα εγώ.  Στο A Church For All η βασική μελωδία βασίζεται σε λόγια, δηλαδή εγώ έχω γράψει στίχους και αυτούς τους στίχους όταν τους τραγουδάς, τους τραγουδάς με κάποια μελωδία, την οποία μετά προσαρμόζεις κιθαριστικά, γιατί η έκφραση της φωνής είναι κάπως διαφορετική από αυτή του οργάνου. Οπότε βασίζεται σε στίχους, υπάρχει ιστορία, οι στίχοι και η μελωδία τους μπορούν να μεταφραστούν στην κιθάρα και αυτό έχει γίνει σε αρκετά κομμάτια στο συγκεκριμένο album.  

Όπως και στο πρώτο –στο πρώτο σε λίγο λιγότερα– αλλά εκτός από αυτή τη μέθοδο, δηλαδή θα γράψω στίχους, θα τους μελοποιήσω κάπως και μετά θα βρω την αρμονία, αλλά αντί να τραγουδήσει κάποιος θα παίξω με τον ήχο, με το ηχόχρωμα, με κάποιο εφέ.  Τι θέλω να πω εκεί, πώς μεταφράζεται αυτή η λέξη, αυτό το συμβάν, τι ήχο θα ήθελε; Αυτό μου αρέσει πάρα πολύ, γιατί είναι και πολύ ανοικτό για τον ακροατή, δηλαδή δεν του λες ευθέως, έχεις εσύ κάποια ιστορία, αλλά ο άλλος μπορεί και να το μεταφράσει λίγο αλλιώς.

Αυτό είναι το καλό, γιατί το να τους «πετάξεις» το video, στερεί από τον άλλον να μπει στο κόπο να φανταστεί μόνος του πράγματα. Θα πεί: «Η Ειρήνη ήθελε να πει αυτό, τελείωσε. Ενώ έτσι όπως το ακούω μου φαίνεται ότι θέλει και λίγη φαντασία, να ψαχτεί.

Είναι λίγο σαν ζωγραφική που δεν ξέρεις ακριβώς τι, και βλέπεις πράγματα.  Γενικότερα όπου δεν υπάρχουν λέξεις, αξιοποιείς καλύτερα τη φαντασία σου, αλλά εκτός από αυτό είναι και πολλά πράγματα βιωματικά.  Δηλαδή μπορεί να είναι κάποια εμπειρία, η οποία μπορεί εμένα να μου έχει δημιουργήσει έντονα συναισθήματα.

Δηλαδή, ειδικά στο νέο album, υπάρχουν πολλά κομμάτια που βασίζονται σε πιο βιωματικά πράγματα.  Οπότε τώρα αυτά είναι ανοικτά σε ερμηνείες, δηλαδή κάποιοι τίτλοι μπορεί και να υποδηλώνουν κάπως την ιστορία ή το video clip.  Έχω κάνει ήδη ένα video clip, το The pill, στο οποίο είναι αρκετά σαφές το μήνυμα, θα έλεγα, και ο τίτλος. Γενικότερα, σε αυτό το δίσκο ήθελα και εξακολουθώ να θέλω να πειραματιστώ με διαφορετικούς τρόπους οπτικοποίησης της μουσικής.  Αυτό δεν θέλω να πω ότι είναι ριψοκίνδυνο, αλλά ο περισσότερος κόσμος με ξέρει περισσότερο για το τεχνικό μου παίξιμο, αυτό ισχύει.

Επομένως ο πρώτος δίσκος ήταν πιο εντυπωσιακός παικτικά, όχι ότι ο δεύτερος δεν είναι.  Οπότε, στον πρώτο δίσκο, επειδή ήθελα να βγάλω όλα όσα είχα μάθει να παίζω, πιστεύω ότι ίσως υπερέβαλλα και λιγάκι –εκ των υστέρων το πιστεύω αυτό– παρότι είχε μέσα πάρα πολύ ωραίες συνθέσεις, στις οποίες οι μελωδίες, όπως είχα πει, επειδή πάντα το έχω στο νου μου αυτό, να έχει μία μελωδία, να έχει μία σαφή δομή το κομμάτι, να έχει εισαγωγή, κουπλέ, ρεφραίν, όλα αυτά τα πράγματα.  Να έχει, δηλαδή, μία pop δομή, εάν θέλεις, οπότε να μπορεί να το παρακολουθήσει και κάποιος που δεν είναι απαραιτήτως κιθαρίστας.

Παρόλα αυτά, είχε πολλά τεχνικά σημεία μέσα, τα οποία, όπως θα το λέγαμε στα αγγλικά, είναι λίγο flashy, λίγο προσέξτε εδώ τι κάνω, κάνω κάτι αρκετά εντυπωσιακό.  Αυτό έχει το καλό βέβαια ότι τους προκαλεί ενθουσιασμό, μία ένταση, ένα excitement. Στο δεύτερο δίσκο δεν είναι ακριβώς έτσι το αίσθημα, το αίσθημα είναι πιο ιστορικό, πιο φιλοσοφημένο ας το πούμε.  Είναι δηλαδή λίγο σαν να βλέπεις μία μεγάλη ταινία με επτά ιστορίες ή επτά διαφορετικές ιστορίες. Σε βάζει πιο πολύ να σκεφθείς, είναι πιο αργά τα tempo, δεν είναι τα ίδια. Το άλλο σε πήγαινε, είχε ρυθμό…, ήταν πιο ενεργητικό.  Αυτό δεν είναι πιο παθητικό, αλλά είναι πιο εσωτερικό, αυτό που είπα και πριν.

Έπαιζες και με το «προγκρέσιβ ροκ». Έχω ακούσει πολλά περάσματα ακούγοντας τον δίσκο.

Γενικά νομίζω ότι είναι πολύ πιο progressive αυτό το άλμπουμ από το πρώτο.  Το πρώτο ήταν ξεκάθαρα instrumental rock, hard rock θα το έλεγε κανείς, shred μάλλον.

Shredding θα το έλεγα εγώ.

Shredding θα το έλεγε ο μέσος ακροατής, γιατί είχε πολύ εντυπωσιακό παίξιμο και ήταν στο top των δυνατοτήτων μου εκείνη την εποχή, οπότε μπήκαν όλα μέσα στις συνθέσεις, ό,τι μπορούσα να παίξω μπήκε, γιατί είχα χαλαρώσει κι εγώ.  Πλέον, όσο περνά ο καιρός, δεν έχεις και τόσο πολύ την επιθυμία να εντυπωσιάσεις τον άλλο κατευθείαν με το πόσο καλά παίζεις το όργανο. Με ενδιέφεραν και εμένα πιο πολύ οι μελωδίες, ακόμη περισσότερο δηλαδή, η ατμόσφαιρα, ο ήχος της κιθάρας πιο πολύ και το τι θα λέει το κομμάτι, τι αίσθημα δημιουργεί στον ακροατή.

Πώς είχες βρεθεί στο workshop του Steve Vai;

Αυτό ήταν μία μεγάλη στιγμή, γιατί από εκεί με έμαθε ο περισσότερος κόσμος.  Είχα πάει στο Λονδίνο για σπουδές, το 2007, απ’ όπου και πήρα Bachelor στο Popular Music Performance.  Εκεί, προς το τέλος των σπουδών μου, υπήρχε κάτι σαν διαγωνισμός μέσω της σχολής που ήμουν, στον οποίο έδινες ένα video με μία δική σου σύνθεση και εάν περνούσες, ένα ήταν αρκετά καλό, πήγαινες να παίξεις αυτή τη σύνθεση μπροστά στον Steve Vai, που είχε ένα masterclass σε ένα μεγάλο εκθεσιακό κέντρο στο Λονδίνο, το Olympia, στο οποίο γινόταν το αγγλικό guitar show.  Οπότε εγώ ήμουν μέσα στους τρεις που επιλέχθηκαν για να πάνε να παίξουν τη σύνθεσή τους δίπλα στον Steve Vai. Δεν υπάρχουν λόγια για την περιγραφή αυτού του αισθήματος. Καταρχάς, ήταν η πρώτη φορά που έπαιζα το κομμάτι που είχα γράψει εγώ η ίδια.

Το Rambler;.

Ναι, ήταν το πρώτο κομμάτι που έγραψα και το έπαιξα για πρώτη φορά live δίπλα στον Steve Vai. Το είχα ηχογραφήσει μόνο όταν το γύρισα στο video, το οποίο δεν είναι το ίδιο.  Θυμάμαι πάρα πολύ καλά πώς ένιωσα, θυμάμαι ότι είχα πάλι αυτή τη γνωστή νευρικότητα-ανυπομονησία, ότι θέλω να παίξω τώρα, και έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα. Ήμουν ενθουσιασμένη.

Πώς είναι να παίζεις δίπλα στο είδωλό σου;

Νομίζω ότι η λέξη είναι «συναρπαστικά», διότι δεν είχα φόβο, είχα ενθουσιασμό, είχα μία ορμή, ήθελα οπωσδήποτε να τα παίξω όλα αυτά σαν χείμαρρος, όπως ένα παιδάκι που του δίνεις το παιχνίδι και σου λέει, φέρ’ το, φέρ’ το, χωρίς κράτημα, καθόλου κράτημα.  Ήταν μεγάλη στιγμή, γιατί έκανα εντύπωση και σε αυτούς που ήταν εκεί, μου μίλησε κόσμος, καλοί μουσικοί από τη σκηνή του Λονδίνου, με κάποιους από τους οποίους μετά συνεργάστηκα κιόλας. Ήταν ένα καλό μπαμ για εμένα, ας το πούμε έτσι, ούσα και στο Λονδίνο από την Ελλάδα.  Ένιωσα καταπληκτικά, είναι στο top 3 των εμπειριών.

Τώρα, τι προβλέπει το μέλλον;

Το μέλλον προβλέπει την παρουσίαση του δεύτερου δίσκου μου που θα γίνει στις 31 Ιανουαρίου στο  six d.o.g.s, όπου θα παίξουμε με τη μπάντα που ηχογράφησε και στο δίσκο, που αποτελείται από τον Μιχάλη Καπηλίδη στα τύμπανα, τον Κωστή Βήχο στο μπάσο και το Διονύση Μόρφη στην κιθάρα, αυτός δεν ήταν στο album, γιατί έγραψα εγώ όλες τις κιθάρες.  Στο album ηχογράφησε ο Μάκης Τσαμκόσογλου όλα τα πλήκτρα, τα οποία θα τα έχουμε προηχογραφημένα σε αυτό το live, για καθαρά πρακτικούς λόγους. Οπότε, θα παρουσιάσουμε όλα το δίσκο εκεί, μαζί με έναν άλλο εξαιρετικό κιθαρίστα, τον Tom Yosi, ο οποίος δραστηριοποιείται και αυτός σε πιο blues ψυχεδελικό ιδίωμα, πολύ ευρηματικός και ταλαντούχος.

Έχουμε δηλαδή ετοιμασίες για αυτό και παράλληλα συμβαίνουν διάφορες δουλειές, υπάρχουν διάφορες μπάντες που θα παίζουμε σε κάποια πιο privé events, πιο πολύ μουσική δουλειά δηλαδή, όχι τόσο δημιουργικό.

Μοιραστείτε