ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
20 April, 2021
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΕλύτης ο “Ελληνικός” 

Ελύτης ο “Ελληνικός” 

Πρόλογος – επιμέλεια Σπύρος Δημητρίου.

25 χρόνια από τον θάνατο του Οδυσσέα Ελύτη (18 Μαρτίου 1996). Χώρα ποιητών η Ελλάδα, χώρα του πνεύματος και τη σκέψης, δυστυχώς, οδηγείται σήμερα από την πνευματική της ελίτ στην απογύμνωση απ’ τα συστατικά πολιτιστικά της στοιχεία και την απαξίωση της πνευματικής της κληρονομιάς. Δεν ξέρω γιατί έχουμε ακόμα το θράσος  να τους αποκαλούμε ποιητές μας, και να καμαρώνουμε από πάνω,  αφού στην πράξη  τους αναιρούμε και τους αμφισβητούμε; 

Η Ελλάδα πορεύτηκε στην ιστορία κι άντεξε σ’ όλες τις κακουχίες γιατί το πνεύμα «στήριζε» τη ψυχή της κι εμπότιζε τη συλλογική μνήμη και ιδιαιτερότητα. Η σημερινή πνευματική ελίτ έχει αναλάβει σχεδόν εργολαβικά την αποδόμησή μας απ’ όλα αυτά που μας προσδιορίζουν ως Έθνος και μάλιστα με ευκολία και χωρίς πολλές αντιδράσεις.

 Αλήθεια πόσο άξιοι είμαστε μιας τέτοιας ποιητικής κληρονομιάς, μιας ποίησης που διακονούσε  όλα τα  καλούδια της γλώσσας μας, μιας ποίησης που  μας εμψύχωνε για την ελευθερία, τους αγώνες και την αντίσταση,  μιας ποίησης που εξέφραζε εμάς τους Έλληνες στη διαχρονία μας; Ας το σκεφτούμε..

Με αφορμή, λοιπόν,  τα 25 χρόνια της εκδημίας του Οδυσσέα Ελύτη ένα κείμενο της “Ευθύνης” για τον νομπελίστα ποιητή μας που πιστεύω ότι τον προσδιόριζε απ’ ακριβώς. 

ΕΛΥΤΗΣ Ο «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ»

«Για τον Ελύτη, οι κριτικοί μας δεν έχουν πολλές διαφωνίες. Κι’ αυτές οι λίγες που τους χωρίζουν, δεν είναι σοβαρές κι αξιοσυζήτητες.

Τυχερός ποιητής, θάλεγε κανένας, παρά το ότι τα κείμενά του στήνουν παγίδες για τον επιπόλαιο αναγνώστη. Δεν προκάλεσε αντίδραση, δε σκανδάλισε. Η τύχη του εξηγείται. Δίνει ένα έργο προχωρημένης ποίησης, σε καιρούς που το είδος έχει πάψει να είναι καινοτομία. Δεν ξαφνιάζει όμως, όχι γιατί γράφει μέσα στο πλήρωμα του χρόνου, αλλά γιατί έχει γνήσιο ταλέντο. Είναι ποιητής – και μάλιστα τι ελληνικός! – ως την τελευταία του ίνα. Λοιπόν, η τύχη του πρέπει να μπει σε εισαγωγικά. Η εύνοια του καιρού είναι γι’ αυτόν ανώφελη. Δεν τη χρειαζόταν, γιατί επιβάλλεται στα καλλιεργημένα πνεύματα με την αξία του γυμνή.

Αν τον παραβάλουμε με το Σεφέρη, δε βγαίνει καθόλου μειωμένος. Διαφέρει αρκετά από το δημιουργό της «Στροφής» και των «Τριών Κρυφών Ποιημάτων», όπως κι από τον αναγλωττιστή του Έλιοτ.

Είναι, από τον Άγγλο, πιο συγγενικός με τους Γάλλους υπερρεαλιστές. Αλλά, έξω από τεχνοτροπίες και κλίματα Σχολών, σαν Έλληνας τραγουδιστής και ζωγράφος, έχει μια δικιά του μουσικότητα και πλαστική  δύναμη. Η πρώτη, κατά την εντύπωσή μου, ξεπερνά εκείνη του Σεφέρη. Σε κάνει πιο ευήκοο. Η δεύτερη δεν πάει πίσω, στη σύγκριση. Η ελλειπτική εικόνα του κυματίζει σε αιθέρια συγκίνηση. Είναι υποβλητική «ένδοθεν». Αυτό το «ένδοθεν» μπορούμε να το αναζητήσουμε στις αποχρώσεις του αιγιοπελαγίτικου τοπίου, αλλά και στους ρωμαίικούς καημούς, εκείνους που, στον πεζό λόγο, τους εκφράζει ένας ανεπανάληπτος : ο Φώτης Κόντογλου.

Διαβάζω τον Ελύτη με κατάνυξη. Είναι ο προσφυής όρος. Κάτι δηλαδή που δεν περιορίζεται στην αισθητική, αλλά κατεβαίνει στην καρδιά και στο βίωμα. Το βίωμα το εθνικό, το θρησκευτικό, το προσωπικό.

Με τη συλλογή του «Άξιον έστι», αλλά και με πολλά άλλα μέρη του έργου του, υψώνεται στα μάτια μου σαν ποιητής που εκφράζει όλο το Γένος.

Από την πρώτη του εμφάνιση στα Γράμματα, από την πρώτη νιότη του, απόδειξε το εξαίσιο τάλαντό του. Αλλά, αφού μεσολάβησαν ο Μεγάλος Πόλεμος κι η Κατοχή, το τάλαντο αυτό έδωσε καρπούς γενικώτερης και βαθύτερης σημασίας. Ο ατομικός Ελύτης έγινε εθνικός. Η ευαισθησία κι η φαντασία του ερμηνεύουν πια το λαό του και τον προορισμό αυτού του λαού.

Στο «Άξιον Εστί», που τυπώθηκε ύστερα από δεκατριών χρόνων σιωπή, υπήρχε αυτή η έκπληξη στα δυνατότερά της σχήματα. Χωρίς να εγκαταλείψει ότι πηγαίο είχε η λύρα του, ο ποιητής αγκαλιάζει εδώ το προφητικό στοιχείο, όχι μονάχα στην ουσία, αλλά και στο ύφος και στον παλμό. Αποδίνει έτσι το ηθικό «απόθετον κάλλος» του Ελληνισμού, από την πικρή πείρα δυο πολέμων: του ’22 και του ’40. Γίνεται ένας θρηνητικός κι αγαναχτισμένος προφήτης απέναντι σε ότι καταστρέφει και κηλιδώνει την Ελλάδα: στον ξένο εχθρό και στο ντόπιο Γραικύλο.

Του ανήκε αυτό το δικαίωμα. Του ανήκε σαν αληθινού λυρικού. Αλλά και σαν αληθινού, αμώμητου ιδεολογικά και καρδιακά, Έλληνα. Του ανήκε σαν αισθαντικού «ηλιοπότη», όπως ονομάζει τον εαυτό του, «ηλιοπότη» ανέκαθεν μέσα στο φωτεινό ελληνικό χώρο, σαν Τοπίο κι ύστερα σαν Ιστορία και σαν Παράδοση.

Έχοντας πολεμήσει κι ο ίδιος, νέο παιδί τότε, στη Βόρεια Ήπειρο, το ’40, «απέλπισε μόνος το θάνατο», όχι σαν άτομο, σαν ξεχωριστό πρόσωπο μονάχα, αλλά κι ενωμένος με το λαό του. Έλληνας αυτό θα πει : όποιος μάχεται και θυσιάζεται για την ελευθερία, χωρίς να λογαριάζει πως πληρώνεται ύστερα ένας τέτοιος χαμός, ένα ολοκαύτωμα. Γιατί η πληρωμή είναι πικρή. Η νίκη, ένας Γολγοθάς στερήσεων κι αδικίας.

Το «Άξιον Εστι», οι στίχοι του και τα πεζά του παρενθέματα, τα τόσο λυρικά κι αυτά, είναι μια τραγική, άχραντη μαρτυρία, μεγαλόπνευστη σαν ποίηση, πολύτιμη σαν ελεγειακός ύμνος. Μιλά μες απ’ αυτές τις σπαραχτικές σελίδες ότι αγνό, κι όμορφο περιέχει η ελληνική φύση κι η συνείδησή μας.

Από τις «αμμουδιές του Ομήρου» ως τα βυζαντινά «Δόξα σοι», η ελληνίδα φωνή του Ελύτη, η ηλιοποτισμένη φωνή του, αναδίνει απαισιοδοξία κι ελπίδα, με υπαρξιακούς τόνους, που ξεπερνάνε την ανθρώπινη μονάδα, πηγάζοντας από το Γένος. Ο Ελύτης, εδώ, καταξιώνεται σαν εθνικός ποιητής, ξέροντας να «μνημονεύει», στην πράξη, «Διονύσιο Σολωμό κι Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη». 

Τη λυτρωτική συμβουλή την έδωσε πρώτα στον εαυτό του.

Με το βίαιο φύσημα του Πνεύματος, έφερε κοντά σε ότι υπέροχο είχε να παρουσιάσει η Εθνεγερσία του ’21, σε ότι ακόμα «θύραθεν», τα άγια άμφια της βυζαντινής υμνωδίας, αποτεινόμενος δεητικά στον «Άη Κανάρη», στον «Άη Μιαούλη», στην «Αγία Μαντώ» κι ονομάζοντας την εθνική ελπίδα και την ελευθερία «Ρόδο Αμάραντο» της ψυχής του.

Ο Λευτέρης – όνομα και πράμα -, το γενναίο Ελληνόπουλο, το ήρεμο παλικάρι, στο «Οικόπεδο με τις τσουκνίδες», δεν πτοείται μπροστά στην ταπείνωση και τον εξευτελισμό, στον άσπλαχνο θάνατο. Περνά στην αιώνια μνήμη άφθαρτος Έλληνας. Έλληνας – λέξη που δεν ξεφτίζουν ο καιρός και τα δεινά. Λέξη γλυκειά για την καρδιά μας, αέναα θαμπωτική για μας πρώτους, που δηλώνει τι είμαστε.

Αλλά και ποια λέξη, μέσα στο «Άξιον εστι», μέσα σ’ αυτή την αισθητική και ηθική δεοντολογία, που είναι ποίημα όλο ιδιοφυία, στέκεται σαν ξαναειπωμένη από αναρίθμητα στόματα, σαν τριμένη πάνω σε άπειρα χείλη με το πέρασμα των καιρών; Οι φθόγγοι του Ελύτη είναι μια θέωση της ελληνικής γλώσσας. Αναπνέουν και λάμπουν στους στίχους του σαν ένα θείο καλοκαίρι, σαν για πρώτη φορά βγαλμένοι κι αγέννητη. Κι οι εσωτερικοί ρυθμοί τους είναι μια μουσική, μια αναμφίβολη ποίηση.

Πρέπει ν’ αποδώσουμε ξεχωριστή σημασία στο ότι το «Άξιον εστι», όπως σαν τίτλος, έτσι και σαν περιεχόμενο, τουλάχιστον στις κορυφαίες εξάρσεις, είναι χυμωμένο από την εκκλησιαστική μας υμνωδία. Από τους «Χαιρετισμούς» της Παναγίας πρώτιστα, αλλά κι από τροπάρια σαν το γνωστό «Εις αναμάρτητον χώραν…»

Δεν είμαι βέβαιος σε τίποτα για τις θρησκευτικές ιδέες κι αντιλήψεις του ποιητή. Με την τόλμη των εικόνων του και παρά την ολίσθησή τους στην αφαίρεση, αφήνει την εντύπωση – δίκαιη ή άδικη; – πως είναι αισθησιακός άνθρωπος της Μεσογείου, ένας φυσιολάτρης στην κυριολεξία. Φαινόμενο συχνό στην νεοελληνική Λογοτεχνία. Αλλά ποιος ξέρει τα βάθη της ψυχής; Ακόμα κι αν έπαιρνες τον Ελύτη σαν άπιστο στα μεταφυσικά, θάπρεπε, λέω, να ανήκει στον τύπο εκείνου του γνωστού ήρωα του Ντοστογιέφσκυ, που βλέποντας την πατρίδα του τόσο συνυφασμένη με το χριστιανισμό κι αγαπώντας και θαυμάζοντας τη παράφορα, θαρρούσε αναπόφευκτο «να πιστέψει και στο Θεό».

Το γεγονός είναι πως ο Ελύτης ήπιε ακόρεστα από το φως της Ορθοδοξίας και της ιερής της ποίησης. Όπως κι από εκείνο της Βίβλου. Το βλέπει κανένας καθαρά στους στίχους και στα «προφητικά» πεζά του «Άξιον εστι». Είναι μια αφομοίωση που δεν υποδουλώνει το τάλαντό του. Ένα κλίμα πνευματικό ανάδειξης αυτού του τάλαντου, γνήσια ανθρώπινου και – το σπουδαιότερο – γνήσια ελληνικού».

Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον συγγραφέα Βασίλη Μουστάκη, αρχισυντάκτη του περιοδικού «Ελληνική Δημιουργία» και  δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της «ΕYΘΥΝΗΣ», στο τεύχος 64, τον Απρίλιο του 1977.

Μοιραστείτε