ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
24 October, 2019
ΚεντρικήΜΟΥΣΙΚΗΑφιέρωμα στην ECM: O Ralph Towner ως πατέρας της μουσικής New Age Mέρος Β!

Αφιέρωμα στην ECM: O Ralph Towner ως πατέρας της μουσικής New Age Mέρος Β!

Tου Τάκη Γ. Χιωτακακου , τζαζ μουσικού

Με αφορμή τα 50 χρόνια της ECM συνεχίζουμε το αφιέρωμα στον αγαπημένο μας κιθαρίστα Ράλφ Τάουνερ, του οποίου το ππάντρεμα σύγχρονης τζαζ, κλασσικής και φολκ έθεσε τα θεμέλια για αυτό που αργότερα ονομάσθηκε μουσική «New Age»

Οι προσωπικοί δίσκοι

Ο Ralph Tower ηχογράφησε 17)προσωπικούς δίσκους με την εταιρία ECM.

Η αρχή έγινε με τον δίσκο “Trios/Solos” (1973). To ιδιαίτερο ύφος του Towner αιφνιδιάζει ευχάριστα και κερδίζει τα ακροατήρια, προοιωνίζοντας μία παραγωγικότατη συνέχεια.

“Diary” (1973). Σε αφαιρετικό και πειραματικό ύφος, αυτό το έργο. Πάντα ξεχώριζα το τελευταίο, αργό κομμάτι με τίτλο “Silence of a Candle”, που είναι γραμμένο για solo πιάνο.

Ακολουθεί το μνημειώδες “Solstice” (1975). Ένας δίσκος – σταθμός. Ένα μουσικό σταυροδρόμι, όπου συναντώνται η Κλασσική Μουσική, η Jazz και η παραδοσιακή κουλτούρα, με εντονώτατο “ambient” ύφος. Μία εξαιρετική ηχογράφηση, με την συνδρομή των Jan Garbarek (Γιαν Γκαρμπάρεκ, σαξόφωνο, φλάουτο), Eberhard Weber (Έμπερχαρτ Βέμπερ, μπάσο, τσέλλο) και Jon Christensen (Γιον Κρίστενσεν, τύμπανα και κρουστά). Διακρίνω το μεγαλοπρεπές.

“Oceanus”, το υπέροχα εμπνευσμένο “Drifting Petals”, το χειμαρρώδες “Nimbus” και το ατμοσφαιρικό “Sand”.

“Sounds & Shadows” (1977). Με εμφανείς επιρροές από το Post-Bop και Modal Jazz ύφος. Πιό «σκοτεινό» album, με δουλεμένες μουσικές φράσεις, όπως π.χ. στα κομμάτια “Distant Hills”, “Balanced Beam” και “Arion”.

“Batik” (1978). Ιδανικά πλαισιωμένος από τους Eddie Gomez (Έντι Γκομέζ) στο μπάσο και Jack DeJohnette (Τζακ ντε Ζονέτ) στα τύμπανα, ο δίσκος αυτός περιέχει πανέμορφα “ambient” κομμάτια με αξιοπρόσεκτα κιθαριστικά arpeggios, όπως στα “Waterwheel” και “Green Room”.

“Old Friends New Friends” (1979). Από τα πιό εμπνευσμένα έργα του. Οι κιθάρες του Towner, τo πιάνο, το τσέλλο, η τρομπέτα, το φλικόρνο, το Γαλλικό κόρνο, το κοντραμπάσο, τα τύμπανα και τα κρουστά, συνδράμουν σε επτά αριστουργηματικές συνθέσεις, όπως το “New Moon” και το “Yesterday and Long Ago”. Όμως, το «διαμάντι» του δίσκου, δεν είναι άλλο από το πανέμορφο “Beneath an Evening Sky”, που αποτελεί και το «σήμα κατατεθέν» του Ralph Towner.

“Solo Concert” (1979). Ζωντανές εκτελέσεις, επιλεγμένες από τις μέχρι τότε ηχογραφήσεις.

“Blue Sun” (1983). Ακούστε τα κομμάτια “Blue Sun”, “The Prince and the Sage”, καθώς και το ενδεκάλεπτο “Rumors of Rain”. Θα είναι πολύ δύσκολο να μην αναγνωρίσετε εκείνο το γνωστότερο, στις μέρες μας, “ambient” ύφος. Παρακαλώ όμως να θυμηθείτε, ότι υπήρξε κάποιος που έγραφε πράγματι τέτοια μουσική, πριν από 36 ολόκληρα χρόνια…

“Works” (1984). Mία εξαιρετική συλλογή με μερικά από τα καλύτερα κομμάτια του Towner, μέχρι και την κυκλοφορία του “Blue Sun”.

“City of Eyes” (1989). Πέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του “Works”, ήρθε αυτός ο δίσκος να ταράξει και πάλι τα νερά. Αφαιρετικές εισαγωγές, που εξελίσσονται σε Free Jazz φρασεολογία, με διάσπαρτες πινελιές από Caribbean ή Latin ύφος. Ξεχωρίζουμε τα “Jamaica Stopover”, “Sustained Release” και “Sipping the Past”.

“Open Letter” (1992). Eπιστροφή στα τζαζ στανταρντς, με την λιτή συμμετοχή του Peter Erskine στα τύμπανα και με επιλογές όπως το “I Fall in Love too Easily” (Jules Stein) και το Waltz for Debby (Bill Evans). Πολύ όμορφο κομμάτι είναι και το “The Sigh”, όπου, την solo κλασσική κιθάρα των υπόλοιπων κομματιών, διανθίζει η εκλεκτική χρήση του synthesizer.

“Un Altra Vita” (1992). Πρόκειται για το soundtrack της – σχετικά δυσεύρετης – ομώνυμης Ιταλικής τανίας. Εδώ, ο Ralph Towner συνεργάζεται με ιταλούς μουσικούς και διακρίνεται για τις υπέροχες, εύθραυστες μελωδίες του, στο πιάνο.

“Lost & Found” (1996). Επιστροφή στον συνδυασμό εκλεπτυσμένης ατμοσφαιρικότητας και σύγχρονης Jazz, με έμφαση στα μελωδικότερα και πιό βατά ακούσματα. Mε τους Marc Johnson (double-bass), John Christensen (τύμπανα) και Denney Goodhew (πνευστά). Εύηχα κομμάτια, με διάσπαρτες πινελιές παραδοσιακού ύφους, όπως τα “Summer’s End”, “Soft Landing”, “Trill Ride”, “A Breath Away” και “Mon Enfant”.

“Ana” (1997). H επόμενη κίνηση, είναι ένας δίσκος για solo κλασσική κιθάρα, στο γνώριμο ύφος του συνθέτη. Πρόκειται για 14 «μουσικά αφηγήματα» ή «μικρές ιστορίες» αν θέλετε, που κινούνται χωρίς εξάρσεις, με όμορφο, «γήϊνο» ύφος. Άριστη ερμηνεία και εξαιρετικές ηχογραφήσεις. Ακούστε ιδιαίτερα τα “Tale of Saverio”, “The Reluctant Bride”, “Green and Golden” και “Joyful Departure”.

“Anthem” (2001). Περίπου στο ίδιο ύφος, και σίγουρα στα ίδια επίπεδα ερμηνείας και ηχογράφησης με τον προηγούμενο δίσκο. Η διαφορά είναι ότι εδώ κάνει την επανεμφάνισή της η ακουστική 12χορδη κιθάρα, η οποία και τονίζει κατάλληλα την διάθεση του συνθέτη, στα κομμάτια που χρησιμοποιείται. Ξεχωρίζουν τα “Solitary Woman”, “Anthem”, “The Lutemaker” και “Very Late”.

“Time Line” (2006). Ακόμη ένας ενδιαφέρων δίσκος για κλασσική και 12χορδη ακουστική κιθάρα. Υπάρχουν 14 νέα κομμάτια, από τα οποία ξεχωρίζουν τα “If”, “Always by your Side” και “Turning of the Leaves”, ενώ υπάρχουν και τα Jazz standards “My Man’s Gone Now” (George Gershwin) και “Come Rain Or Come Shine” (Harold Allen).

“My Foolish Heart” (2017). Η δημιουργικότητα αυτού του καλλιτέχνη είναι ασταμάτητη. Δεν τον αγγίζει ο χρόνος. Δώδεκα κομψοτεχνήματα, έντεκα για solo κλασσική κιθάρα και ένα (“Clarion Call”) για ακουστική 12χορδη κιθάρα. Mία κορυφαία ηχογράφηση που έγινε στο Lugano της Ελβετίας. Το “My Foolish Heart” είναι του Victor Young, ενώ το “Blues As In Bley” είναι αφιερωμένο στον Αμερικανό jazz πιανίστα Paul Bley, που απεβίωσε λίγο πριν από την έναρξη των ηχογραφήσεων.

H συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες

Με τον μεγάλο Αμερικανό συνθέτη και πιανίστα της τζαζ, Duke Pearson (RIP), τον δίσκο “I Don’t Care Who Knows It” (1968), που αποτελεί και την πρώτη ηχογράφηση του Ralph Towner.

Συμμετείχε στο δίσκο των Weather Report, του κορυφαίου αυτού του «προγκρέσιβ τζαζ» συγκροτήματος, με τίτλο “I Sing the Body Electric” (1972), παίζοντας 12χορδη ακουστική κιθάρα στο κομμάτι “The Moors”.

Με τον Αμερικανό συνθέτη και πιανίστα της Κλασσικής και της τζαζ μουσικής Keith Jarrett, τον δίσκο “In the Light” (1974).

Με τον Νορβηγό σαξοφωνίστα Jan Garbarek, τον δίσκο “Dis” (1976).

Με τον Αμερικανό κιθαρίστα John Abercrombie (RIP), πρωτοπόρο στην κιθάρα-synthesizer, τους δίσκους “Sargasso Sea” (1976) και “Five Years Later” (1982). Πολύ όμορφα τα “Fable”, “Sargasso Sea” και “Avenue” από τον πρώτο δίσκο, και τα “Caminata”, “Isla” και “Microthema” από τον δεύτερο. Η συνεργασία του Towner με τον Abercrombie άφησε εποχή, λόγω του ταιριάσματος της μοναδικής ιδιοσυγκρασίας αυτών των δύο μουσικών.
Με τον Βραζιλιάνο μουσικό Egberto Gismonti, τον δίσκο “Sol Do Meio Dia” (1978).

O Ραλφ Τάουνερ και ο Τζων Αμπερκρόμπι

Με τον σπουδαίο Αμερικανό πιανίστα Marc Copland, τον δίσκο “Songs Without End”. Πρόκειται για ένα μουσικό φλερτ με την Modal Jazz, από το οποίο ξεχωρίζουν τα κομμάτια “Nardis” και “Blue in Green” του Miles Davis.

Με τον Αμερικανό συνθέτη, καθηγητή μουσικής και βιμπραφωνίστα Gary Burton, τους δίσκους “Matchbook” (1974), “Slide Show” (1986) και “Six Pack” (1997). Η γλυκύτητα και το sustain του βιμπράφωνου του Gary Burton, προσδίδει μία διαφορετική διάσταση στη μουσική του Towner.

Η συνεργασία Ralph Towner και Gary Burton

Με τον Αμερικανό τζαζ κιθαρίστα Larry Coryell (RIP), τον επονομαζόμενο “Νονό της Φιούζιον», τον δίσκο “The Restful Mind” (1975).

Με τον Αμερικανό συνθέτη και Jazz μπασίστα Gary Peacock, τους δίσκους “Oracle” (1994) και “Closer View” (1998). Ασυνήθιστη αρμονία και ρυθμός, καταιγισμός αρμονικών φθόγγων από την 12χορδη κιθάρα του Towner και το μπάσο του Peacock, πολύ προσεγμένες και δουλεμένες μουσικές φράσεις και περάσματα. Ένας «αγώνας επιβίωσης» ανάμεσα στο Post-Bop ύφος της Jazz και σε μελωδικές φράσεις του χώρου της Κλασσικής, αλλά και της Παραδοσιακής Μουσικής. Ένα όμορφο μωσαϊκό ηχοχρωμάτων.

Με τον Καναδό τρομπετίστα Kenny Wheeler (RIP), τον δίσκο “Deer Wan” (1978).

Με τον Άγγλο ντράμερ του «προγκρέσιβ ροκ» , Bill Bruford (Yes, King Crimson, Gong, Genesis), τον δίσκο “If Summer Had Its Ghosts” (1997).
Με τον Αμερικανό «μπλούζ» κιθαρίστα Robben Ford, τον δίσκο “Blues Connotation” (1996).

Με τον Ιταλό συνθέτη, παραγωγό και τρομπετίστα Paolo Fresu, τον δίσκο “Chiaroscuro” (2009). Το έργο αυτό, έχει εμπνεύσει τις νεότερες γενιές των μουσικών της τζαζ, ιδιαίτερα τα κομμάτια “Chiaroscuro” και “Zephyr”.

Με τους κιθαρίστες Wolfgang Muthspiel από την Αυστρία και τον Slava Grigoryan από το Καζακστάν/Αυστραλία, ο Ralph Towner μας παρουσιάζει μία ακόμα περίφημη δουλειά, το “Travel Guide” (2013). Η ατμοσφαιρικότητα και ο λυρικός αυτοσχεδιασμός είναι τα κυρίαρχα στοιχεία των δέκα συνθέσεων του δίσκου, πέντε του Towner και άλλες πέντε του Muthspiel. Η ποιότητα της ηχογράφησης είναι υποδειγματική. Ξεχωρίζω τα “Father Time”, “Windsong” και “Travel Guide”.

Με τον Αργεντινό κλαρινετίστα Javier Girotto, τον δίσκο “Duende” (2016). Πανέμορφες μελωδίες, όπως τα “Duende”, “Racconti in Fuga” και “Io e Te”. Διάθεση Τango, Baroque και Jazz, όλα ταυτόχρονα, και άριστα δοσμένα.

Τι θα ταίριαζε καλύτερα σαν επίλογος αυτού του άρθρου; Κάτι πομπώδες ή διθυραμβικό, όπως σίγουρα αξίζει στον μεγάλο αυτό μουσικό, ή κάτι απλούστερο αλλά πολύ ουσιαστικό; Ακούγοντας την μουσική του Ralph Towner επί πολλές δεκαετίες, θα προτιμήσω το δεύτερο. Απλά, περιμένω με ιδιαίτερη ανυπομονησία το επόμενο έργο του – με την ευχή, να αυξηθεί ο αριθμός των σύγχρονων καλλιτεχνών, για τους οποίους θα μπορεί κανείς να πει το ίδιο, με την ίδια ακριβώς θέρμη…

 

 


Μοιραστείτε