ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
9 December, 2019
ΚεντρικήΜΟΥΣΙΚΗΑφιέρωμα στην ECM: Ο Ralph Towner ως πατέρας της μουσικής New Age – Μέρος Α!

Αφιέρωμα στην ECM: Ο Ralph Towner ως πατέρας της μουσικής New Age – Μέρος Α!

Kλείνουν φέτος 50 χρόνια από την ίδρυση της εταιρείας ECM του Μάνφρεντ Άιχερ. Και εμείς δοθείσης της ευκαιρίας, ετοιμάσαμε ένα αφιέρωμα στον αγαπημένο μας τζαζ κιθαρίστα, τον Ραλφ Τάουνερ, που τυχαίνει να θεωρείται και ο πατέρας της μουσικής New Age

Tου Τάκη Γ. Χιωτακάκου, τζαζ μουσικού

Όταν κανείς αναφέρεται σε ένα σοβαρό καλλιτέχνη, ο οποίος διέπρεψε διεθνώς, ηχογραφώντας για την σπουδαία δισκογραφική εταιρία ECM (Editions of Contemporary Music), είναι πολύ δύσκολο να αποφύγει την επανάληψη του χαρακτηριστικού motto αυτής της εταιρίας: «Ο καλύτερος ήχος μετά την σιωπή».

Ο Ralph Towner (Ραλφ Τάουνερ), με τον οποίο θα ασχοληθούμε σε αυτό το άρθρο, είναι πράγματι ένας τέτοιος καλλιτέχνης, και μάλιστα από τους πιό εμβληματικούς μουσικούς του 20ου αιώνα, που τα έργα του αιτιολογούν πλήρως το παραπάνω ρητό. Χωρίς καμμία διάθεση ψευτορομαντισμού, αν έχει ακούσει κανείς ποτέ το κομμάτι “Beneath an Evening Sky” στο σωστό τόπο και χρόνο, πιστεύω ότι θα συμφωνήσει με τα γραφόμενα.

Πάντα υποστήριζα την άποψη ότι για να γίνει περισσότερο κατανοητή η μουσική αφετηρία και οι ιδιαίτερες κατευθύνσεις ενός δημιουργού όπως ο Ralph Towner, πρέπει να γίνει τουλάχιστον μία περιεκτική αναφορά, στα μουσικά δρώμενα και τις τάσεις της εποχής εκείνης. Με τον τρόπο αυτό, θα υπάρξει καλύτερη ορατότητα στο γιατί μία μερίδα σοβαρών δημιουργών, εγκατέλειψε την ασφάλεια που παρείχαν οι “à la mode” μουσικές παραγωγές και στράφηκε στην άνευ όρων και περιορισμών, καλλιτεχνική δημιουργία.

Το συνολικό εγχείρημα, «προστατεύθηκε» από μία μικρή μερίδα δισκογραφικών εταιριών (που αργότερα ονομάστηκαν ‘special labels’), οι οποίες διέθεταν τους ανθρώπους και τα μέσα για να παράγουν εξαιρετικής ποιότητας ηχογραφήσεις. Κυρίως όμως, είχαν τον τρόπο να εντοπίσουν, να προσελκύσουν και να αναδείξουν σημαντικούς καλλιτέχνες. Μία τέτοια εταιρία ήταν και η ECM, όπως προαναφέρθηκε.

Η ανταπόκριση του κοινού ήταν άμεση, και δεν είναι υπερβολικό να πει κανείς ότι ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ακροατήρια με ανεπτυγμένο αισθητήριο, χαϊφιντελιστές, έμπειροι μουσικοί, ακόμα και σπουδαστές ωδείων, ήταν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν ότι κάτι νέο γεννιέται και μετέδωσαν σταδιακά αυτή τη φλόγα στους υπόλοιπους. Πως έγιναν όλα αυτά;

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’70, η μουσική βιομηχανία στράφηκε μαζικά προς διάφορα εμπορικότερα μουσικά ρεύματα, όπως ήταν π.χ. η «ποπ» και η «ντίσκο». Στους αντίποδες, μέσα στον γενικότερο αναβρασμό και την ξέφρενη δημιουργικότητα της εποχής, η τζαζ, η «σόουλ» και τα «Μπλούζ» γνώριζαν (ευτυχώς) μεγάλη άνθιση, ενώ το Progressive Rock θα έδρεπε δάφνες, για αρκετά ακόμη χρόνια. Υπήρχε ένας εσμός μουσικών συγκροτημάτων, μία διευρυμένη αγορά και μία πολλά υποσχόμενη μουσική τεχνολογία (από όργανα έως νέου τύπου στερεοφωνικά μηχανήματα), στοιχεία που ήταν ικανά να συντηρήσουν σε υψηλά επίπεδα τα μουσικά αυτά είδη. Επιπρόσθετα, η δημιουργία ή/και εξέλιξη υβριδικών μουσικών φορμών παρέμενε ζωντανή στο προσκήνιο, παράγοντας αβίαστα ενδιάμεσα ιδιώματα όπως η τζαζ ροκ, η λάτιν τζαζ, το «φλαμένκο ροκ» κ.ά.

Η γέννηση της μουσικής New Age

Παράλληλα όμως, γεννήθηκε και η ανάγκη για επιστροφή σε κάποια προσεγμένα, πιό ‘εσωτερικά’ και σίγουρα λιγότερο θορυβώδη μουσικά ακούσματα. Τέτοια ακούσματα, θα έπρεπε να ξεκουράζουν τα ακροατήρια από τις εκκωφαντικές ηχητικές στάθμες των λαμπάτων ενισχυτικών, την χρήση παραμόρφωσης στις ηλεκτρικές κιθάρες και τις μικροφωνικές εγκαταστάσεις αρκετών ΚW. Από την μία πλευρά, βοηθούσε η προώθηση των κατά τόπους παραδοσιακών μουσικών ιδιωμάτων, από την άλλη, γεννήθηκε ένα νέο μουσικό ρεύμα.

Αυτό το μουσικό ρεύμα, αναπτύχθηκε σχεδόν ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ενώ στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην κλασσική ευρωπαϊκή κουλτούρα και διανόηση. Από τους «Τρόπους» της Αρχαίας Ελληνικής μουσικής παράδοσης (Ιωνικό, Δωρικό, Φρυγικό, Λυδικό, Μιξολυδικό, Αιολικό και Λοκρικό) μέχρι την συνθετική προσέγγιση της εποχής της Αντίστιξης (Baroque Counterpoint). Χωρίς διασταγμό, αλλά με ώριμη σκέψη και δημιουργική διάθεση, χρησιμοποιήθηκαν τόσο παραδοσιακά και ακουστικά, όσο και σύγχρονα ηλεκτρονικά μουσικά όργανα.

Υπήρξε επιπλέον εμπλουτισμός του μουσικού ρεύματος με την χρήση μεταγενέστερων κανόνων σύνθεσης και ενορχήστρωσης. Σε μικρό χρονικό διάστημα, είχαν δημιουργηθεί πολλές διαφορετικές εκδοχές της αρχικής φόρμας, συνολικά όμως η μουσική αυτή ονομάστηκε “Landscape Music” και αργότερα “New Age Music” ή “Ambient”.

Aν και η σχετική ονοματολογία μοιάζει κάπως σαν να προσθέτει ‘ταμπέλες’ στο γιγαντιαίο μωσαϊκό της μοντέρνας μουσικής, ο Ralph Tower θεωρείται από πολλούς ως ο πατέρας της New Age μουσικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο αμάγαλμα του προσωπικού του ήχου, συμπεριέλαβε και στοιχεία από την Jazz και Βραζιλιάνικη μουσική.

Ο Ralph Towner ξεκίνησε την καριέρα του σαν πιανίστας της τζαζ, εμπνευσμένος από την συνθετική και ερμηνευτική ικανότητα του μεγάλου Bill Evans. Στη συνέχεια, σπούδασε πιάνο και μουσική σύνθεση στο Πανεπιστήμιο Όρεγκον των ΗΠΑ. Διαθέτοντας τις σημαντικές αυτές περγαμηνές, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Βιέννη, όπου σπούδασε κλασσική κιθάρα. Μαθήτευσε δίπλα στον μεγάλο Αυστριακό κιθαρίστα Karl Scheit, ο οποίος θεωρείται ως ένας από τους επιφανέστερους μουσικοδιδάσκαλους του 20ου αιώνα. Σημειώνεται για τον Scheit, ότι η μουσική κοινωνία της Βιέννης του απέδιδε το προσωνύμιο «Segovia της Αυστρίας», παρομοιάζοντάς τον με τον κορυφαίο Ισπανό κιθαρίστα, Αντρέ Σεγκόβια.

Μετά το πιάνο και την κλασσική κιθάρα, ο Ralph Towner εμπλούτισε τον προσωπικό του ήχο προσθέτοντας δύο ακόμη μουσικά όργανα. Πρόκειται ασφαλώς για εκείνη την υπέροχη δωδεκάχορδη (12-string) ακουστική κιθάρα μάρκας Guild, όπως και για το Prophet 5, το θρυλικό αναλογικό synthesizer της Sequential Circuits. Το συγκεκριμένο μηχάνημα, ήταν το πρώτο προγραμματιζόμενο synthesizer στην ιστορία της μουσικής, που διέθετε ενσωματωμένο μικροεπεξεργαστή.

Το συνολικό μουσικό έργο του Ralph Towner είναι δυνατόν να χωριστεί σε τρεις κύριες κατηγορίες, για λόγους ευχερέστερης καταγραφής, ακρόασης και σπουδής. Με αυτή τη λογική, έχουμε τα έργα εκείνα στα οποία συμμετέχει ως μέλος του διάσημου μουσικού σχήματος “Oregon”, τα έργα τα οποία αποτελούν καθαρά προσωπικούς του δίσκους, αλλά και τις ηχογραφήσεις που έγιναν με την συνεργασία διαφόρων σπουδαίων μουσικών.

Η Εποχή των Oregon

Οι Oregon είναι ένα πρωτοποριακό μουσικό σχήμα με σημαντικές καταβολές από την Κλασσική Μουσική, που κινείται όμως με άνεση τόσο στα διάφορα ιδιώματα της μοντέρνας Jazz, όσο και της διεθνούς παραδοσιακής μουσικής (αυτά που σήμερα συνηθίζουμε να αποκαλούμε συνολικά “World Music”). Iδρύθηκαν το 1970, από τους Ralph Towner (πιάνο, κλασσική κιθάρα, ακουστική 12χορδη κιθάρα, synthesizer, κρουστά και τρομπέτα), Glen Moore (Γκλέν Μούρ, μπάσο, πιάνο, φλάουτο, βιολί), Paul McCandless (Πωλ Κάντλες, όμποε, κλαρίνο, αγγλικό κόρνο και σοπράνο σαξόφωνο) και τον Colin Walcott (Κόλιν Γουάλκοτ) στο σιτάρ και την τάμπλα. Το 2015, ο Paolino Dalla Porta (Παολίνο Ντάλλα Πόρτα) αντικατέστησε στο μπάσο τον Glen Moore. Συμμετοχή στο σχήμα είχε και ο Trilok Gurtu (Τριλόκ Γκουρτού) κρουστά).

Στη δισκογραφική εταιρία Vanguard διακρίνουμε τις εξής ηχογραφήσεις του Ralph Towner με τους Oregon, τις “Music of Another Present Era” (1972), “Distant Hills” (1973), “Winter Light” (1974), “In Concert” (1975), “Together” (1976), “Friends” (1977), “Moon and Mind” (1978), “Violin” (1978), “Our First Record” (1980) και “Essential” (1981).

Από τον επόμενο δίσκο τους, ανατέλλει η χρυσή εποχή της συνεργασίας των Oregon με την διάσημη δισκογραφική εταιρία ECM (Editions of Contemporary Music) του Manfred Eicher. Εδώ, θα βρούμε τους δίσκους “Oregon” (1983), “Crossing” (1985) και “Ecotopia” (1987).

Aπό τον πρώτο δίσκο, ακούστε π.χ. τα “Arianna”, “There was no Moon that Night” και “Impending Bloom”, στα οποία το αφαιρετικό ύφος και το «πάντρεμα» με την Free Jazz, είναι ιδιαίτερα έντονα.

Στο “Crossing”, τα πράγματα γίνονται λιγότερο ορμητικά και περισσότερο περιγραφικά, όπως στο ομώνυμο κομμάτι, ή στα “Pepe Linque” και “Alpenbridge”.

Στο “Ecotopia” υπάρχει μία ισορροπία, μία ειρηνική συνύπαρξη διαφόρων ιδιωμάτων της Jazz, των παραδοσιακών καταβολών αλλά και της avant garde διάθεσης, που είναι διάχυτη σε όλο το δίσκο. Η ενορχήστρωση και η ερμηνεία των κομματιών, είναι καταπληκτικές, όπως π.χ. στο ομώνυμο κομμάτι “Echotopia” και στο “Twice Around The Sun”.

Μοιραστείτε