ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
18 June, 2018
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ“Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ” : το διάσημο αναγεννησιακό έπος του Τορκουάτο Τάσσο

“Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ” : το διάσημο αναγεννησιακό έπος του Τορκουάτο Τάσσο

Σαν σήμερα στις 11 Μαρτίου 1544, γεννιέται ο ιταλός ποιητής Τορκουάτο Τάσσο,  Είναι γνωστός για το επικό ποίημα Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ που δημοσίευσε το 1581 και το οποίο αναφέρεται σε μια μάχη μεταξύ Χριστιανών υπό τον Γοδρεφείγο του Μπουγιόν και των Μουσουλμάνων στο τέλος της Πρώτης Σταυροφορίας κατά την πολιορκία της Ιερουσαλήμ το 1099.

Το ποίημα είναι επηρεασμένο από τον Όμηρο και τον Βιργίλιο, εμπλουτισμένο με φανταστικές ρομαντικές ιστορίες με ήρωες διχασμένους ανάμεσα στον έρωτα και το στρατιωτικό καθήκον. Οι βασικές ηρωίδες, Κλορίντα και Ερμήνεια ξεκινούν ως Μουσουλμάνες που ερωτεύονται τον Χριστιανό Τάνκρηντ, αληθινό Πρίγκηπα της Γαλλιαίας. Χριστιανούς, πολεμούν στις μάχες μαζί τους και ασπάζονται τον Χριστιανισμό.

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, το έργο του ήταν από τα πιο δημοφιλή στην Ευρώπη και θεωρείται ένα όψιμο έργο της ιταλικής Αναγέννησης και πρώτο δείγμα ύφους μπαρόκ στην λογοτεχνία.

Τιρκουάτο Τάσσο

Τρίτο Άσμα

Με τες δροσιές επρόβαινε η αυγή χαριτωμένη 
με μύρια της παράδεισος λουλούδια στολισμένη, 
όταν μέσ’ στο στρατόπεδο, π’ άγρυπνο ετοιμαζότουν 
βοή και αρμάτων ταραχή γύρω παντού απλωνότουν.

Και μόλις όλο της αυγής εφάνηκε τ’ αστέρι 
οι σάλπιγγες χαρούμενες αντήχησαν στ’ αέρι. 
Ο πολεμάρχος με γλυκούς τρόπους τους οδηγάει, 
πότε τους βάνει χαλινό, πότε τους ακλουθάει.

Έργο πλιο δύσκολο, παρά κανείς να σταματήσει 
το κύμα που σηκώνεται το βράχο να χτυπήσει, 
ή στον βοριά ν’ αντισταθεί που τα βουνά κλονίζει, 
και τα καράβια σύσσωμα στη θάλασσα βυθίζει.

Δεν θέλει την ολόθερμην ορμή τους να βαστάξει, 
αλλ’ ενωμένοι να προβούν και με πολέμια τάξη. 
Έχει καθένας τους φτερά στα πόδια, στην καρδία.
Τον κόπο δεν αισθάνονται κι εμπρός πετούν με βία·

κι όταν με αχτίνες φλογερές ο ήλιος ανεβαίνει 
και τους αγρούς ανάβοντας χόρτα και ανθούς ξεραίνει,
ιδού την Ιερουσαλήμ ξανοίγουν εμπροστά τους,

ιδού στην Ιερουσαλήμ στρέφουν τα βλέμματά τους.

Ευγένιου Ντελακρουά: Η Κλορίντα σώζει τους δύο ήρωες του έπους Ορλίντο και Σοφρωνία


Την χαιρετούν ολόχαροι, με πόθο την κοιτάζουν 
και μύρια στόματα μεμιάς «Ιερουσαλήμ» φωνάζουν.

Έτσι κι οι ναύτες, που στεριές αγνώριστες γυρεύουν 
και μέσα σε άγρια σκοτεινά πέλαγα ταξιδεύουν

παλεύοντας με το βοριά και τη θαλασσοζάλη, 
αν ξάφνω ο τόπος που ζητούν αγνάντια τους προβάλει,
τον χαιρετούν, όλοι σ’ αυτόν με την καρδιά πετιώνται, 
και πλιο τες έρημες νυχτιές τους κόπους δε θυμώνται.

Αλλ’ η χαρά που έλαμψε στων Χριστιανών τα στήθη 
αγάλια αγάλια εσβήστηκε κι άλλο αίσθημα εγεννήθη, 
αγάπης, φόβου, σεβασμού, που τες καρδιές νικάει, 
και πλέον κανείς τα βλέμματα να υψώσει δεν τολμάει

όπου για μας ένας Θεός έγινε μέγα θύμα
κι εθάφτη και ολοζώντανος εβγήκε από το μνήμα. 
Στεναγμοί, λόγια θλιβερά και παραπονεμένα, 
σημεία χαράς και δέησες, και δάκρυα πικραμένα


γύρω παντού σηκώνονται και δυνατά βουίζουν, 
σαν όταν μέσα στα κλαδιά οι άνεμοι σφυρίζουν, 
ή όταν βράχους κι έρημες ακρογιαλιές χτυπάει 
η θάλασσα κι αφρίζοντας βραχνόφωνα βογγάει.


Γυμνοί τα πόδια προχωρούν όλοι μικροί μεγάλοι, 
τα ολόχρυσα στολίσματα βγάνουν απ’ το κεφάλι, 
και απ’ τες καρδιές τ’ ακάθαρτα πάθη που τες μολύνουν, 
τες αμαρτίες ομολογούν και πικρά δάκρυα χύνουν.

«Το χώμα που το αίμα σου έβρεξε να φιλήσω, 
Χριστέ μου, και με κλάματα θερμά να το ποτίσω·
τι στέκεις, παγωμένη μου καρδιά, κι εσείς τι αργείτε, 
μάτια μου κακορίζικα, δυο βρύσες να γενείτε;

Συντρίψου, αχάριστη καρδιά, στο κρίμα βυθισμένη, 
η κλάψα απαρηγόρητη κι αιώνια σε προσμένει». 
Αλλ’ ο σκοπός, οπού ψηλά βρισκόμενος εθώρει 
κι εξάνοιγε τες λαγκαδιές τριγύρου και τα όρη,

βλέπει μακριάθε φοβερή μαυρίλα να σιμώνει 
σα σύγνεφο που μέσα του φωτιές και λάμψες χώνει·
έπειτα τ’ άρματα, θωρεί οπού το φως φλογίζει, 
και τέλος άμετρους πεζούς κι άλογα ξεχωρίζει.

Κι ευθύς φωνάζει: «Ασκώνεται πολλή μαυρίλα πέρα, 
ω, πώς απλώνεται γοργά και λάμπει στον αέρα!
Να, μας επλάκωσαν εχθροί, φθάνουν. Ετοιμασθείτε, 
αδράξετ’ όλοι τ’ άρματα, στους τοίχους ανεβείτε».

Σέρνει βαρύτερη φωνή και λέει: «Καιρός δε μένει, 
συμμαζωχθείτε γλήγορα, τρέξετε αρματωμένοι. 
Να, έφθασαν· ο κορνιαχτός απλώνει, πλησιάζει 
και σαν κατάχνια τρομερή τον ουρανό σκεπάζει».

Γέροι, γυναίκες, και παιδιά που δύναμη δεν έχουν, 
για να σωθούν ολότρεμοι μεσ’ στα τζαμιά τους τρέχουν· 
οι άνδρες όλοι τ’ άρματα φουχτώνουν, και πηγαίνουν, 
πολλοί στες πύλες, και πολλοί στους τοίχους ανεβαίνουν·

ο βασιλέας ακούραστος τρέχει παντού, θαρρύνει, 
πολεμιστάδες και αρχηγούς, τες προσταγές του δίνει. 
Και αφού τα πάντα επρόβλεψε σε ψηλό πύργο ανέβη,
που σε δυο πύλες μεταξύ τη χώρα προστατεύει,
όθεν στη μέση του στρατού βρισκόμενος εθώρει 
από μακριά τες λαγκαδιές, τα πλάγια και τα όρη.

 

μτφρ. Ιούλιος Τυπάλδος
(1814-1883)

Μοιραστείτε