ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 December, 2021
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΑμήχανη επιγονική εξομολόγηση για τον ποιητή Γ. Θ. Βαφόπουλο

Αμήχανη επιγονική εξομολόγηση για τον ποιητή Γ. Θ. Βαφόπουλο

Σήμερα 26 Οκτωβρίου, γιορτάζει η Θεσσαλονίκη και εμείς σκεφθήκαμε να τιμήσουμε τον λεγόμενο Πατριάρχη της λογοτεχνικής σχολής της Θεσσαλονίκης, Γεώργιο Βαφόπουλο με ένα κείμενο γραμμένο από τον ποιητικό του επίγονο Γιάννη Βαρβέρη ( Άβαλον των Τεχνών)


Πρόλογος – επιμέλεια : Σπύρος Δημητρίου

 

Τον ήλιο δες, Λυδία, πώς γέρνει ανάμεσα

στων καταρτιών το δάσος, που αργοτρέμοντας,

τις άπειρες κορφές σαλεύει μ’ έκσταση

στο θαύμα μπρος, που φλέγεται, της δύσης.

Α, πόσο είναι μεθυστικό το λίκνισμα

των καραβιών που απλώνουνε στη θάλασσα

το ρίγος των μακρών σκιών, που πάλλονται

σαν κόμη εξαίσια, οι αύρες που ανεμίζουν.

Τον κύκλο δες, Λυδία, που αστράφτει πύρινος,

στων καταρτιών μπλεγμένος το κυμάτισμα,

σαν πορφυρή καρδιά πελώριου γίγαντος,

που ένας μεγάλος πόθος τη φλογίζει.(*)

Ένας ποιητής γράφει για ένα ποιητή. Για ένα ποιητή που τον επηρέασε και τον καθόρισε ίσως ποιητικά χωρίς να έχουν τις ίδιες αναπαραστάσεις, χωρίς να έχουν τις ίδιες  προσωπικές ιστορίες. Παρ’ όλα αυτά βλέπουμε πολλές φορές και αντιλαμβανόμαστε με τον ίδιο τρόπο και το εκφράζουμε αυτό μ’ ένα τρόπο όμοιο χωρίς να έχουμε τις ίδιες καταβολές και εμπειρίες με κάποιον άλλο, σε άλλους χρόνους και σε άλλους τόπους. Κάπως έτσι ήταν κι η σχέση του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη, που μας έφυγε νεότατος το 2011, με τον πατριάρχη (κατά Νικόλαο Μπακόλα) της λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης Γεώργιο  Θ. Βαφόπουλο. 

 Μ’ ‘ένα σπουδαίο κείμενο ο Γ. Βαρβέρης εξομολογείται για τον Γ. Θ Βαφόπουλο, λίγο αμήχανα, λόγω συναισθημάτων αλλά και με την αίσθηση και την ευθύνη ενός επίγονου, συνεχίζοντας πάνω στην ποιητική έκφραση, στον  ποιητικό δρόμο του θεσσαλονικιού λόγιου.  Το κείμενο περιλαμβάνεται μαζί με άλλα εξαιρετικά κείμενα στον αφιερωματικό  τόμο με τίτλο «ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Γ.Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ» που εξέδωσε το περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ» στη σειρά «ΤΕΤΡΑΔΙΑ» τον Δεκέμβριο του 1996 Ένα μικρό αφιέρωμα στον σεμνό ποιητή και άνθρωπο Γ. Θ. Βαφόπουλο, που συμπληρώθηκαν 25 χρόνια απουσίας (15 Σεπτεμβρίου 1996).

“Αμήχανη επιγονική εξομολόγηση για τον Γ.Θ. Βαφόπουλο” του Γιάννη Βαρβέρη

«Με την ποιητική περίπτωση του Γ. Θ Βαφόπουλου με συνδέει στενός και παλαιός δεσμός. Από την εφηβική κιόλας ηλικία – που λογικά συνέπεσε να είναι και η βρεφική ποιητική – ήρθα σε επαφή με το κλασικό πια «Καλεντάρι» του. Η συγκίνηση τότε ήταν τόση ώστε μ’ έκανε να αναζητήσω αμέσως τις συλλογές του ποιητή και να βυθιστώ γεμάτος εμπιστοσύνη πια στην επικράτειά του.

Ποιο ήταν άραγε το στοιχείο που με έθελξε αποφασιστικά στον Βαφόπουλο; Η τέλεια δομή του πρώτου εκείνου ποιήματος που είχα συναντήσει στην Ανθολογία, η επιβλητική επισημότητα της διατύπωσής του, η άπεφθη – και αυτοβιογραφική – συγκίνηση του ποιητικού αφηγητή, ο ιδιοφυώς άρτιος συνδυασμός λυρικής σύλληψης και εκτέλεσης μέσα στο ποίημα, τι; Ήταν όλα αυτά αναμφίβολα, αλλά πιο πολύ ξέρω πως ήταν το βαθύ ενδιαφέρον μου για την κύρια θεματική περιοχή του Βαφόπουλου, τόσο στο πρώτο ποιητικό ραντεβού όσο και στα άλλα που ακολούθησαν. Ήδη, «Ο θάνατος υπήρχε».

Διαβάζουμε όλοι μας ειδών ειδών ποιητές, σπουδαίους, λιγότερο σπουδαίους, ελάχιστα σπουδαίους. Ας το ομολογήσουμε, κι ας κινδυνέψουμε να κατηγορηθούμε ως αποστάτες  του αισθητικού κριτηρίου: Προσαγκυρωνόμαστε στους ποιητές εκείνους με τα βιώματα των οποίων μας ενώνει προσωπική, κρίσιμη συγγένεια. Ξαναγυρίζουμε, ναι,  στις μέγιστες φωνές από καλώς εννοούμενο «φιλολογικό» καθήκον ή θηρεύοντας εμπέδωση ή επαλήθευση της πρώτης αισθητικής συγκίνησης. Αλλά είμαστε κρυφά μα συστηματικά προσκολλημένοι στις φωνές που τραγουδούν παρόμοιες με τις δικές μας πληγές, πληγές αίματος, μάλλον εξ αίματος πληγές. Οι υπόλοιπες, όσο δικαιωμένες κι αν είναι, παραμένουν εσαεί αξιοτίμητες πληγές εξ αγχιστείας.

Τέτοια εξ αίματος συγγένεια ένιωσα και νιώθω προς το Γ.Θ. Βαφόπουλο. Δεν θα επιχειρήσω τώρα αντικειμενική τεκμηρίωση αυτών μου των λόγων. Το έχω ήδη κάμει σε εκτεταμένη δημόσια ομιλία προς τιμήν του ποιητή(1994) που κατόπιν ευτύχησε να εκδοθεί σ’ ένα μικρό τομίδιο («Ποιητικές (σ)τάσεις στον Γ. Θ Βαφόπουλο, εκδ. Παρατηρητής, 1995). Αλλά ένας ποιητής που περί το 1925-30 παραλαμβάνει τον οπλισμό της παράδοσης και τον μετατρέπει ήρεμα, σταδιακά και αβίαστα σε νεωτερική φόρμα με την οποία επενδύει το βίωμά του, είναι φυσικό να σε αφορά απόλυτα ως μορφολογική πηγή και αφετηρία, εφ’ όσον  το βασικό δικό σου βίωμα συμπίπτει με το δικό του. Έτσι έγινε με τον Βαφόπουλο κι εμένα.

Ο Επίκουρος υποστηρίζει – κι έτσι σ’ ένα βαθμό παρηγορεί τη λογική, όχι όμως και το συναίσθημά μας – ότι θάνατος δεν υπάρχει. Ο νεκρός δεν έχει αντίληψη του γεγονότος, λέει περίπου ο φιλόσοφος, άρα δεν συνειδητοποιεί το θάνατό του. Ο ζωντανός πάλι δεν αισθάνεται τον θάνατο των άλλων και άρα αδυνατεί να τον κατανοήσει, έστω και παθητικά. Το επικούρειο σόφισμα και κλειστό και τέλειο. Ο Βαφόπουλος όμως, όπως και πολλοί άλλοι ποιητές νομίζω, τοποθετείται απέναντι σ’ αυτή την έννοια από τη θέση του εμπλεκόμενου «τρίτου», δηλαδή του φορτισμένου παρατηρητή. Θάνατος λοιπόν στην ποίηση, και ιδίως του Βαφόπουλου, είναι πρωτίστως η απουσία και η μνήμη. «Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι, τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν. Θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν», διαπιστώνει  στο έξοχο σονέττο του ο Μαβίλης. Αυτή ήταν νομίζω η οπτική γωνία απ’ την οποία ο Βαφόπουλος συνομίλησε με τον Θάνατο. Διάλογος που δεν ισοδυναμούσε  με μια έντρομη μεμψιμοιρία, μια άρνηση ζωής ή με το φόβο της ατομικής ακύρωσης. Η συνομιλία τούτη υπήρξε πάντα ένας αξιοπρεπής, όρθιος λυγμός, συνήθως στεγνός σε δάκρυ, πάντα βαρύς σε πόνο, για όσους πεφιλημένους έχουν ανέκκλητα φύγει. Βιώνοντας λοιπόν τη ζωή των απόντων αλλά πια και τη δική του ως διάλειμμα μεταξύ δυο θανάτων, ο ποιητής μας ιδρύει ένα φιλοσοφικό, ηθικό αλλά και συναισθηματικό modus vivendi, που έχει ως αίρεση και προθεσμία του την άρση της έμβιας κατάστασής μας.

Το να βλέπεις τη ζωή απ’ τη μεριά εκείνου που μένει, να θρηνείς, να θυμάσαι, σιγά σιγά να λησμονείς και τέλος να σπαράζεις επειδή ήδη το νοιώθεις πως λησμονείς ή πως λησμόνησες, αυτή κρίνω πως είναι η δραματική βαφοπούλεια περιπέτεια Θανάτου εν ζωή, αντιμετώπιση με την οποία προσωπικά έχω κλείσει Συμφωνία εις «Θ» μείζον.

Ποιόν όμως, θα πείτε, ενδιαφέρει αυτή μου η αμήχανη εξομολόγηση; Απλώς φιλοδοξώ να μην είναι εντελώς αδιάφορη αν μέσω αυτής, έστω και έμμεσα, καταδεικνύεται ότι ο κεντρικός (τουλάχιστον μέχρι το 1959) πυρήνας της ποίησης του Γ. Θ. Βαφόπουλου συνιστά, όπως πιστεύω, κατ’ εξοχήν καταφατική στάση ζωής. Κατάφαση ζωής δεν είναι να πορεύεσαι τραγουδώντας  ότι έζησε κι αγαπήθηκε;  Κατάφαση ζωής δεν είναι να θυμάσαι  όταν οι πλείστοι ξεχνούν; Κατάφαση ζωής δεν είναι, στο κάτω κάτω, να προετοιμάζεσαι (μάταια ίσως) για τον προσωπικό σου θάνατο, ξορκίζοντας με όποιο ποιητικό τέχνημα τον νομιμότατο ανθρώπινο φόβο απέναντί του;

Μετά το 1959 («Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο») ή έστω μετά το 1966 («Επιθανάτια και Σάτιρες»), ο Γ.Θ. Βαφόπουλος απομακρύνεται σχεδόν θεαματικά από την προβληματική του θανάτου. Στρέφεται σε κοινωνικότερη θεματολογία, παίρνει θέσεις, κρίνει, σατιρίζει, συμμετέχει, οργίζεται. Ανεξάρτητα από το ότι έκτοτε ο Μέγας Ων τον αμείβει με μια ευτυχισμένη για μας μακροημέρευσή του, φαντάζομαι πως ο ποιητής, εξηντατόσο χρονώ τότε, λίγο πιο κει απ’ το σύνηθες mezzo del camin, δικαιολογημένα εμφανίζεται απρόθυμος πια να συνεχίσει τη διαπραγμάτευση του οδυνηρού θέματος. Ακόμα μια, ψυχολογική αυτή τη φορά, απόδειξη γνησιότητας της μέχρι τότε ποιητικής αναστροφής του περί το μέγιστο θέμα του θανάτου. Ας μου επιτραπεί να την ξέρω καλά αυτή την απροθυμία συνέχειας που έρχεται όταν μας ζώνουν τα φίδια. Κι ακόμα ξέρω πόσο πετυχημένο (και ύπουλο) παράδειγμα ήταν εκείνο που μάθαμε στο κάποτε σχολειό, ανιχνεύοντας τους κάποτε υποθετικούς λόγους: «Ην εγγύς έλθη θάνατος, ουδείς βούλεται θνήσκειν». Ούτε θνήσκειν βούλεται, ούτε καν ομιλείν. Σιγάν και μόνον…..».

Το περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ» ήταν από τα ελάχιστα περιοδικά λόγου και σκέψης που έδινε πάντα βήμα έκφρασης στους πνευματικούς ανθρώπους της Θεσσαλονίκης όλα τα χρόνια της κυκλοφορίας του. Από τις σελίδες του πέρασαν σημαντικές γραφίδες της συμπρωτεύουσας  που καθόρισαν τα πνευματικά δρώμενα της πόλης αλλά και ευρύτερα της Βορείου Ελλάδος.

 

(*)  Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931).  Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990).

Μοιραστείτε