ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
23 October, 2017
ΚεντρικήΚΡΙΤΙΚΕΣΈνας διαιτητής πυγμαχίας γράφει για το «Wonder Kid» του Γιώργου Παντελεάκη

Ένας διαιτητής πυγμαχίας γράφει για το «Wonder Kid» του Γιώργου Παντελεάκη

Του Ιωάννη Μπαχά

  Όταν γνωρίζεις, μέσα από κάποια ιδιότητα σου έναν χώρο, βλέπεις αλλιώς τις πληροφορίες που δίνει μια ταινία τεκμηρίωσης, από ότι ένας οποιοσδήποτε θεατής. Στην περίπτωση μας ακόμη και ένας φίλαθλος της Πυγμαχίας. Ίσως όμως ελάχιστους θιασώτες του Μποξ είχαν οι δύο προβολές του ντοκυμαντέρ “The Wonder Boy” του Γιώργου Παντελεάκη στο Φεστιβάλ Ντοκυμαντέρ της Θεσσαλονίκης . Και έναν μόνο Διαιτητή, εμένα, αν και εμφανίζονται αρκετοί μέσα στην ταινία. Και το κατάλαβα αυτό καθώς συζήτησα με τους φίλους του σκηνοθέτη όταν συστήθηκα ως Διαιτητής Πυγμαχίας. Έδειξαν έκπληξη και τρομώδη θαυμασμό για το δύσκολο έργο μου σε αυτό το τόσο σκληρό και «βάρβαρο» άθλημα!!! Ίσως αν είχα την ευκαιρία να μιλήσω μαζί τους και μετά τη θέαση της ταινίας, αυτή να είχε αλλάξει την άποψή τους.

Η ταινία αυτή του Γιώργου Παντελεάκη δεν είναι η πρώτη για την Πυγμαχία. Προηγήθηκε το “Boxer” το πρώτο ντοκιμαντέρ για το άθλημα της πυγμαχίας στην Ελλάδα και ταυτόχρονα μια καταγραφή μιας άγνωστης στο ευρύ κοινό ιστορίας μιας ομάδας ανθρώπων που προτίμησαν να μείνουν πιστοί στο όραμά τους, συνεχίζοντας μια παράδοση που, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τους κρατικούς επαίνους, παρέμεινε στο περιθώριο ως ένα προνόμιο των λίγων

Σε αυτή τη δεύτερη ταινία του κεντρικός ήρωας της είναι ο νεαρός πυγμάσχος Αλέξανδρος Τσαντικίδης που κατά γενική ομολογία θεωρείται σήμερα ένας από τους καλύτερους πυγμαχόυς παγκοσμίως στην κατηγορία του. Ο προσωπικός του αγώνας και αυτός της οικογένειας του από τηγ στιγμή που ήρθε στην Ελλάδα από τη Ρωσία καταγράφεται με έναν ποιητικό και συγχρόνως ζωντανό και δυναμικό τρόπο μέσα σε αυτό το ντοκυμαντέρ που καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον των θεατών που δεν γνωρίζουν την πυγμαχία, και ίσως την βρίσκουν απωθητική και ακόμη ως μια περιττή «βαρβαρότητα».

«Η Πυγμαχία είναι μια θεραπεία της ψυχής» αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο εξειδικευμένος ορθοπεδικός που γνώρισε το άθλημα μέσα από την αντιμετώπιση των προβλήμάτων που βίωσε ο νεαρός πυγμάχος στην πορεία του για την κατάκτηση του χαρακτηρισμού που του έδωσε η Παγκόσμια Ομοσπονδία Πυγμαχίας, η Α.Ι.Β.Α.: «Παιδί Θαύμα». Στον χαρακτηρισμό του ως θαύμα φθάνει και ο θεατής είτε δει, ακούσει και προσέξει τις συνεντεύξεις και τις δηλώσεις των παραγόντων και των προπονητών για τον Αλέξη Τσαντικίδη, είτε ευαισθητοποιηθεί από την προσωπική ιστορία και τον κοπιώδη και επίπονο αγώνα για την αποθεραπεία του μέσα από τις αφηγήσεις του πατέρα και του ιατρού του. Διότι, δεν είναι «θαύμα» μόνο καθώς είναι ασυναγώνιστος στις αναμετρήσεις του με τους πυγμάχους της κατηγορίας του σε Ελλάδα και εξωτερικό αλλά και γιατί παρά τον τραυματισμό του στους ώμους που κατακρήμνισε την καριέρα του στην αρχή της (από εσφαλμένη προπονητική τακτική), βρήκε το θάρρος, την ψυχική δύναμη και το κουράγιο να επανέλθει στην κορυφή. Ο γιατρός του μας αφηγείται πως τον εξέπληξε το γεγονός πως ο Αλέξης γυμνάζονταν στα όρια των δυνατοτήτων του και ακόμη πως ενώ έκλαιγε από τον πόνο δεν εγκατέλειπε την προσπάθεια.

 Ο σκηνοθέτης  πλέκει αριστοτεχνικά προσωπικές διηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν κοντά στον πυγμάχο και γνώρισαν τις αγωνίες του με την συνεχή παρουσία των συρμών της Αθήνας. Τραίνα και υπόγειος σιδηρόδρομος, σταθμοί και άδεια γεμάτα γκράφιτι βαγόνια, γέφυρες και σκοτεινά τούνελ, διαδρομές μέσα από δασωμένες πλαγιές αλλά και κτήρια. Είτε υπάρχει αφήγηση, είτε ακούγεται μόνο η πανταχού παρούσα τζαζ, η ιστορία του νεαρού πυγμάχου πλαισιώνεται στην αρχή της από διαδρομές του υπέργειου σιδηρόδρομου, για να κατεβεί μαζί με τον υπόγειο και να περάσει τούνελ, όταν η ζωή και το μέλλον του σκοτεινιάζει με τον τραυματισμό του, και τέλος να απογειωθεί πάλι όπως τα τελεφερίκ που παρακολουθεί ο Τσαντικίδης. «Γνωρίζω πως είμαι μια πολεμική μηχανή. Για αυτό τον λόγο δεν μπλέκω ποτέ σε καυγάδες. Ελέγχω τα νεύρα μου και τον θυμό μου με την προπόνηση» λέει ο πυγμάχος χαμογελαστός και ήρεμος προς το τέλος της ταινίας ευρισκόμενος ψηλά σε κάποια γέφυρα. Ψηλά, όπου δηλαδή τον έφερε η σκληρή προπόνηση και ο αυτοσεβασμός που κέρδισε. Είναι το ίδιο συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει και ο σκηνοθέτης στην έρευνα του για την πρώτη του ταινία, όταν αναφώνησε: «Ανακάλυψα πως οι συναθλητές μου δεν ήταν τίποτα αλήτες, βίαιοι και επιθετικοί τσαμπουκάδες». Δεν είναι μόνο η απεικόνιση της καθημερινότητας του πυγμάχου με τις εικόνες των δρόμων και του τραίνου είναι και ο συμβολισμός της ζωής ενός φτωχού νέου ανθρώπου και της οικογένειας του που ξεκινάει από πυκνοκατοικημένες, φτωχές και βρώμικες περιοχές της Αθήνας για να προχωρήσει, όχι προς τα βόρεια προάστια, αλλά σε πιο όμορφες περιοχές.    

H ταινία κλείνει με την πικρή διαπίστωση του πατέρα του που βουρκωμένος δηλώνει πως δεν μπορεί πλέον να τον στηρίξει καθώς έχει εξαντληθεί οικονομικά και εάν δεν υπάρξει βοήθεια θα χρειαστεί ίσως να φύγει. Όχι όμως για να ανταποκριθεί σε κάποια σειρήνα που θέλει να τον ντύσει με άλλο εθνόσημο αλλά για να συνεχίσει επαγγελματικά την πυγμαχία…. στο εξωτερικό. Τα σημεία της αφήγησης του πατέρα του είναι συγκλονιστικά. Αναπολεί τα δικά του δύσκολα χρόνια στο Σοχούμι, μέσα στη φτώχεια, υπό αυταρχικό καθεστώς, μακριά από την πατρίδα. Όταν επιστρέφει, διαπιστώνει πως δεν είναι όπως την περίμενε. Μια διάχυτη δυσπιστία προς τους ομογενείς, αναξιοκρατία, ωφελισμισμός, αδιαφορία, διαπλοκή και, και… Με σύστημα και αξιοποιώντας όσα έμαθε στη Ρωσία ο πατέρας του προσπαθεί να φτιάξει έναν αθλητή στο ιδεατό πρότυπο που πιστεύει πως πρέπει να είναι ο Έλληνας πυγμάχος «με παιχνιδιάρικο παίξιμο με δυνατά χτυπήματα».    

Πιστεύω πως και οι δύο ταινίες του Γιώργου Παντελεάκη έχουν θέση και έργο να επιτελέσουν μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Έστω και εάν σήμερα η Πολιτεία έχει καταργήσει τα Αθλητικά Σχολεία όπου κάποτε καλλιεργούνταν και η Πυγμαχία μέσας τον θεσμό, έστω και εάν σήμερα καταργήθηκαν σχεδόν σε όλα τα Τ.Ε.Φ.Α.Α. της χώρας οι ειδικότητες του αθλήματος, έστω, έστω….Να εμπλουτίσει με πρότυπα Ελληνικά, προσιτά και καθημερινά τους νέους πυγμάχους, να ανατρέψει τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις για το άθλημα που το θέλουν ως ένα κατάλοιπο μιας βάρβαρης εποχής (λες και η εποχή μας στερείται βαρβαρότητας!!!!) και τέλος να τονίσει τον ρόλο και την λειτουργία της Πυγμαχίας ως έναν επίμονο και επίπονο μεν ταξίδι αυτογνωσίας που θεραπεύει όμως τα πάθη της ψυχής και αποδίδει εξαίρετους πολίτες. Σύλλογοι, Σχολεία, Πανεπιστημιακές Σχολές και σωματεία Προπονητών και Διαιτητών θα ωφεληθούν από τη θέαση της και από τον προβληματισμό που θα προκαλέσουν.  

Να την δούμε….πριν την προπόνηση.    

Του Ιωάννη Μπαχά

Γυμναστή, Διαιτητή Πυγμαχίας

Μοιραστείτε